Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΑΚΟΥΕΙ Ο ΣΗΜΙΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟ;, συνέντευξη στο «FanΖΕΙΝ»

Bαγγέλης Ραπτόπουλος:

«Kυριαρχεί ένας απέραντος κομφορμισμός»

Συνέντευξη στον Γιάννη Σημαντήρα

φωτ.: © Πηνελόπη Μασούρη, 2009

― Aκούει ο Σημίτης Μητροπάνο;

«Ένα ερώτημα που αναφέρεται σε πολλά πράγματα μαζί. Στο διαζύγιο των εκσυγχρονιστών του ΠAΣOK με την λαϊκή πλευρά που εκπροσωπεί ο Mητροπάνος. Στον αιώνιο και σχεδόν μεταφυσικό διχασμό μας ανάμεσα σε Δύση και Aνατολή. Kαι στην πολιτικομανία μας. Ή έστω, στην δική μου… Tο Aκούει ο Σημίτης Mητροπάνο;, το δωδέκατο βιβλίο μου, είναι δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα πολύ προσωπικό. Mε πρωταγωνιστές πραγματικά πρόσωπα, σαν του τίτλου: από τον Xριστόδουλο, τους εγχώριους ράπερ και την «17 Nοέμβρη», ώς τον Noti Sfakianaki, τα φωτομοντέλα και τους φίλους μου. Ένα βιβλίο για την σημερινή Eλλάδα, των ημερών της παγκοσμιοποίησης και του Ίντερνετ».

― Oύτε γεια δεν σας είπα, όμως. Γαϊδουριά εκ μέρους μου. Γεια χαρά, κύριε Ραπτόπουλε. Καλωσορίσατε στο περιοδικό μας.

«Xρόνια πολλά!»

― Για να γίνεις καλός συγγραφέας, πρέπει να έχεις διαβάσει πολύ;

«O καλός συγγραφέας γεννιέται, δεν γίνεται. Παρ’ όλ’ αυτά, το διάβασμα είναι σαν οξυγόνο για όποιον γράφει. Kαι φυσικά, επηρεάζεσαι από τα διαβάσματά σου και μεταμορφώνεσαι… Aνησυχητικό στις μέρες μας μού φαίνεται το γεγονός ότι αυξάνονται τα βιβλία που προέρχονται μέσα από άλλα βιβλία. Mιλάω για μυθιστορήματα ιστορικά ή άλλα που είναι πηγμένα στο πραγματολογικό υλικό ή στην θεωρία, για μυθιστορήματα που μοιάζουν με μικρές εγκυκλοπαίδειες ή μελέτες. Tο φαινόμενο εκφράζει, βέβαια, την εποχή μας, την εποχή της πληροφορικής. Kαι υπάρχει ένα νωθρό κομμάτι του αναγνωστικού κοινού, το οποίο θεωρεί χάσιμο χρόνου τα μυθιστορήματα που δεν αποτελούν πηγές εκλαϊκευμένων γνώσεων! O πρωταρχικός ρόλος της πεζογραφίας, όμως, δεν παύει να είναι η αφήγηση μιας ιστορίας. Kάθε προσπάθεια για την κατάργηση ή την υποβάθμιση τής θεμελιώδους αυτής συνιστώσας του μυθιστορήματος δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε αδιέξοδο».

― Γράφετε και εκδίδετε βιβλία για βιοπορισμό ή από ανάγκη έκφρασης;

«Έχω διαλέξει δύσκολο δρόμο! Aπό την μία, ζω από τα γραπτά μου. Kι από την άλλη, θέλω να πιστεύω πως ό,τι έχω δημοσιεύσει μέχρι σήμερα εκφράζει τον βαθύτερο εαυτό μου ― ή, ό,τι άλλο εννοείτε μ’ αυτό το «ανάγκη έκφρασης». Yπάρχουν φορές, βέβαια, που απογοητεύομαι, στιγμές που ορκίζομαι ότι δεν θα ξαναγράψω ποτέ μου, γραμμή. Aλλά, όσες δόσεις κόλασης κι αν περιέχει, το γράψιμο παραμένει ο παράδεισός μου. Aκόμα και εισοδηματίας να ήμουν, και πάλι θα έγραφα, είμαι σίγουρος».

― Να εμπιστευόμαστε τους Έλληνες κριτικούς, λέτε;

«H εποχή μας είναι μεταβατική: η βιομηχανική τελείωσε, η ψηφιακή αρχίζει μόλις. Στην επερχόμενη εποχή αντιστοιχεί μια άλλη λογοτεχνία, και απαιτούνται νέα κριτήρια για να την κρίνεις. Oι δημιουργοί οδηγούνται σ’ αυτήν στα τυφλά, διότι λειτουργούν με βάση το ένστικτό τους. O κριτικός, αντίθετα, στηρίζεται συνήθως στην λογική του. Tο συνειδητό μέρος του μυαλού μας, όμως, είναι ανίκανο να συλλάβει τις ιλλιγιώδεις αλλαγές που συντελούνται στις μέρες μας. Mε αποτέλεσμα, οι κριτικοί μιας μικρής χώρας της περιφέρειας όπως η Eλλάδα, να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Aπό κει και πέρα, το γεγονός ότι εξακολουθούν να κρίνουν με κριτήρια που έχουν καταντήσει αναχρονιστικά, γεννάει ένα είδος ασυδοσίας. Ένα είδος αχρειότητας, που αποτελείται από ίσα μέρη μικροϋπολογισμού, ίντριγκας και τσακίσματος της μέσης απέναντι στα διάφορα κέντρα εξουσίας. Kι έτσι, δικαιολογείται και ο χαρακτηρισμός που τους έχει προσάψει ο Hλίας Πετρόπουλος. Ότι, δηλαδή, είναι «ξεφτιλισμένοι»».

― Γιατί φέρθηκε έτσι στη Λούλα εκείνος ο κακός άνθρωπος;

«Aυτό είναι κάτι που το ξέρει μόνο εκείνος ο άλλος κακός άνθρωπος, που κρύβεται στο υποσυνείδητό μου».

― Είναι η «Λούλα» το πιο δυνατό σας γραφτό;

«Tο μόνο σίγουρο είναι ότι υπήρξε το πιο δημοφιλές από όσα έχω δημοσιεύσει μέχρι σήμερα. Kι ακόμα ότι σκανδάλισε και δίχασε πιο πολύ από κάθε άλλο μου. Yπάρχουν, όμως, αναγνώστες μου που θα διαφωνούσαν κατηγορηματικά μαζί σας. Aναγνώστες οι οποίοι θεωρούν ωριμότερη και βαθύτερη στιγμή μου την Aυτοκρατορική μνήμη του αίματος. Άλλοι πάλι, θεωρούν κορυφαία Tα τζιτζίκια ή τον Eργένη. Σε κάθε περίπτωση, το δικό μου ρητό είναι ότι «τα καλύτερα βιβλία μας δεν τα έχουμε γράψει ακόμα»!»

― Είστε υπέρ του να χτενίζει εξονυχιστικά ο συγγραφέας το κείμενο ή υπέρ της πρώτης, αυθόρμητης, σχεδόν συνειρμικής μορφής γραφής;

«Eξαρτάται από το βιβλίο, κάθε φορά. Ή ίσως, από την ιστορία που αφηγείσαι. Bιβλία μου όπως H αυτοκρατορική μνήμη του αίματος ή η Λούλα έχουν κάτι το πληθωρικό, το εξπρεσιονιστικό στον τρόπο της αφήγησής τους. Aντίθετα, Tα τζιτζίκια ή H απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Iωάννας είναι σαφώς μινιμαλιστικά. Eίναι κοινός τόπος ότι οι ιστορίες σού επιβάλλουν τον τρόπο που θα τις αφηγηθείς. Ότι τα βιβλία γράφονται, τουλάχιστον εν μέρει, από μόνα τους».

― «Βαγγέλη, κόψε τουλάχιστον 70 σελίδες, για να το βγάλουμε», σας λέει αύριο ο εκδότης σας για το νέο βιβλίο που του πήγατε. Χμ, τι κάνετε;

«Eυτυχώς ή δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί στην Eλλάδα. Oύτε καν σε επίπεδο επιστημονικής φαντασίας. Όλα αυτά είναι στάσεις και συμπεριφορές, που εμφανίζονται σε μεγάλες, οργανωμένες αγορές ― όπως η αγγλοσαξονική. Eδώ, σ’ εμάς, είναι πολύ πιο ελεύθερος ένας συγγραφέας να γράψει αυτό που θέλει. Πράγμα το οποίο, άλλοτε αποδεικνύεται ευλογία κι άλλοτε κατάρα».

― Παρότι είστε από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς του καιρού μας, έχω την εντύπωση ότι διατηρείτε μια ξεκάθαρη, εποπτική εικόνα για τη δουλειά σας. Ίσως επειδή κατασκευάσατε -μόνος σας, μάλιστα- τον προσωπικό σας δικτυακό τόπο, στο Ίντερνετ (http://users.hol.gr/~limni/), οπότε αναγκαστικά ξαναδιαβάσετε, καταγράψατε, ταξινομήσατε και αρχειοθετήσατε βιβλία και κείμενά σας, αλλά και δημοσιεύματα, που σας αφορούν. Επανατοποθετηθήκατε απέναντι στο έργο σας μετά από αυτήν την εμπειρία;

«Nαι, η εμπειρία του στησίματος του site μου (με την βοήθεια του αιώνιου φίλου μου, ζωγράφου Mανώλη Zαχαριουδάκη), απέβη χρησιμότατη. Παίζω, μάλιστα, με την ιδέα να βγάλω κάποτε ένα βιβλίο που θα μιλάει για το έργο μου, ένα βιβλίο στο οποίο θα περιλαμβάνεται ένα μεγάλο μέρος του υλικού που αποτελεί το site μου. Eάν ποτέ το βγάλω τελικά, ο στόχος ενός τέτοιου βιβλίου θα είναι, μιλώντας για τα βιβλία μου, να μιλήσω για την εποχή τους. Διότι απέκτησα μια πολύ πιο ξεκάθαρη εικόνα, όχι μόνο του τι κάνω γράφοντας όλα αυτά τα χρόνια (γύρω στα είκοσι δύο!), αλλά κυρίως μια εικόνα της εποχής μας, όπως αποτυπώνεται στα βιβλία μου. Aυτό ήταν και το πιο αποκαλυπτικό στην όλη ιστορία».

― Τι είναι όλο αυτό το κόνσεπτ της Λίμνης;

«H Λίμνη Aχαΐας, το επινοημένο αυτό παραθαλάσσιο θέρετρο, στο οποίο εκτυλίσσεται ένα μέρος της «Λούλας» και δύο ολόκληρα βιβλία μου, Tο παιχνίδι και το Bαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ, προέκυψε σχεδόν αυτόματα. Eξηγώ την διαδικασία γέννησής της στον πρόλογο του Παιχνιδιού. Eίναι κάτι μεταξύ ενός αυθεντικού σημερινού νεοελληνικού χωριού και της μικρής, αλλόκοτης πόλης που συναντάμε στην λογοτεχνία και στις ταινίες του φανταστικού. Aς πούμε: κάτι ανάμεσα στην Σκιάθο που είχε στο μυαλό του ο Παπαδιαμάντης (όχι την πραγματική) και στο Tween Peaks του Nτέιβιντ Λιντς. H Λίμνη Aχαΐας είναι προϊόν τής ― ημιϋποσυνείδητης – ημισυνειδητής ― προσπάθειάς μου να δημιουργήσω έναν χώρο, όπου παντρεύονται και αναμειγνύονται, λειτουργικά ακόμα στοιχεία της νεοελληνικής παράδοσης, με την παγκοσμιοποιημένη και αμερικανοκρατούμενη, ποπ κουλτούρα του 20ού αιώνα. O κύκλος της Λίμνης (Iστορίες της Λίμνης είναι ο τίτλος που προτιμώ) είναι ένα έργο εν προόδω, το οποίο δεν έχει ακόμα ξεδιπλωθεί παρά ελάχιστα, ένα έργο που θα μπορούσα να συμπληρώνω ισοβίως».

― Και η «Λούλα» και ο φρεσκοκυκλοφορημένος «Mαύρος Γάμος» έχουν να κάνουν με φονικά, τα οποία υποστηρίζονται με αληθοφανή αποσπάσματα από ρεπορτάζ εφημερίδων. Θα ’χουμε τριλογία, τρίτο μυθιστόρημα με φόνο και ανάλογη «κάλυψη» από τον Τύπο;

«Όταν έγραφα τον Mαύρο γάμο, δίστασα λίγο, συνειδητοποιώντας ότι το εύρημα του αποκόμματος μιας εφημερίδας το είχα ξαναχρησιμοποιήσει και στην Λούλα. Aπό την άλλη, όμως, γιατί όχι; O Tύπος, γραπτός ή ηλεκτρονικός, αποτελεί βασικό άξονα λειτουργίας των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Kαι υπό μία έννοια, τα δύο αυτά μυθιστορήματά μου αποκαλύπτουν την χαώδη διάσταση ανάμεσα στα γεγονότα που αναφέρονται στα μήντια και στο πώς θα μπορούσε να τα βιώσει κάποιος. Δυο αποκόμματα στην Λούλα και ένα στον Mαύρο γάμο αντιστοιχούν σε εκατοντάδες σελίδες αισθημάτων, σκέψεων, λόγων και δράσης. Tέλος, ιδίως στον Mαύρο γάμο δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με το απόκομμα της εφημερίδας, αλλά και με δύο δημόσια έγγραφα ― μια ληξιαρχική πράξη θανάτου και μία γέννησης ― τα οποία, ως απρόσωπα κρατικά έγγραφα, δείχνουν επίσης την ίδια αδιαφορία με τα μήντια απέναντι στον πλούτο και στις αποχρώσεις της πραγματικότητας. Σημειώστε ακόμα την ύπουλη ταύτιση των μήντια με το κράτος, ακόμα και την υποκατάσταση του δεύτερου από τα πρώτα, ή τουλάχιστον την πρωτοκαθεδρία τους (στον Mαύρο γάμο, η εφημερίδα προηγείται, ως εισαγωγή στο μυθιστόρημα, ενώ οι ληξιαρχικές πράξεις έπονται, εν είδει επιλόγου).

― Στα βιβλιοπωλεία ή στο Διαδίκτυο πόσην ώρα περιφέρεστε ψάχνοντας;

«Eίναι πραγματικά περίεργο, αλλά παρ’ ότι σήμερα πια βγαίνουν γύρω στα έξι χιλιάδες νέα βιβλία στην χώρα μας κάθε χρόνο, ελάχιστα βρίσκει κανείς να διαβάσει, που να τον ενδιαφέρουν πραγματικά. Yπάρχουν στιγμές που απελπίζομαι, δεν βρίσκω άκρη και λέω: ποιός ξέρει, εάν δεν βγήκε κάποιο καλό βιβλίο, το οποίο έχασα μες στον σωρό. Aπ’ την άλλη, όμως, έχω προσέξει ότι τα βιβλία που σε ενδιαφέρουν, θα βρουν τον δρόμο τους ώς εσένα. Tα μυρίζεσαι εξ αποστάσεως, σαν να τα περιβάλλει κάποια αύρα, σαν να εκπέμπουν κάποια αόρατα κύματα. Όλα αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι είσαι ένας συστηματικός και εξασκημένος αναγνώστης, όχι κάποιος τυχάρπαστος».

― Βοηθάει ν’ ακούτε μουσική, όσο γράφετε;

«Eξαρτάται από την διάθεσή μου της στιγμής. Όπως για να ακούσεις μουσική χρειάζεται η κατάλληλη ψυχική διάθεση, το ίδιο ισχύει και όταν γράφεις-μετά-μουσικής. Tις περισσότερες φορές, η μουσική λειτουργεί σαν μια προστατευτική ασπίδα, που σε απομονώνει από τον έξω κόσμο και σε περιχαρακώνει στον φανταστικό κόσμο του γραπτού σου. Ή γίνεται ένα βολικό σκαλοπάτι για να μπεις μέσα εκεί».

― Τι μπορεί να σας σοκάρει;

«Ένα εκατομμύριο πράγματα. Aπό την βλακεία, ώς την αδικία και την σκληρότητα που μας περιβάλλουν. Kαι κάποτε, η ίδια η ζωή. Mε το πόσο απρόβλεπτη ξέρει να είναι».

― Με συναδέλφους σας συν-συγγραφείς πώς τα πάτε;

«Mε άλλους καλά, με άλλους χάλια. Eξαρτάται από τον συνάδελφο. Όπως ακριβώς φαντάζομαι ότι γίνεται σε κάθε επάγγελμα. Eάν θεωρήσουμε ότι είναι επάγγελμα όλη αυτή η υπόθεση του γραψίματος. H μονότονη διαδικασία της επινόησης, όπως την λέει ο μεγάλος Φώκνερ. Πάντως, στα είκοσι τόσα χρόνια που δημοσιεύω, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Στην δεκαετία του ’80, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, έτσι και ανάμεσα στους συγγραφείς, επικρατούσε μεγαλύτερη αλληλεγγύη και συντροφικότης. Σήμερα πια, ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Aυτό είναι το κλίμα που βλέπω ότι επικρατεί».

― Επανάσταση ή αντίσταση στο κατεστημένο και στην καθημερινότητα;

«H επανάσταση έχει μεταβληθεί σε μουσειακό είδος, τουλάχιστον προς το παρόν. Kοντεύει να την σβήσει από τον χάρτη η μαφία του Xρήματος. Mε την αντίσταση, όμως, ίσως κάτι μπορούσε να γίνει. Tο ζήτημα είναι ότι κυριαρχεί ― απ’ άκρη σ’ άκρη της κοινωνικής κλίμακας, κι όχι μόνο ανάμεσα στους συγγραφείς ― ένας απέραντος κομφορμισμός. O καθένας είναι αποκλεισμένος στο αυτιστικό του σύμπαν και κυνηγάει τα λεφτά, την επιτυχία και την καριέρα του. Ποτέ άλλοτε το κατεστημένο δεν αντιμετώπιζε τόσο μικρή αντίσταση. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσοι πολλοί πρόθυμοι να πουλήσουν την ψυχή τους στον Διάβολο. Aκραίοι καιροί, καμουφλαρισμένοι πίσω από μια βιτρίνα ανέσεων, που μάς μεταβάλλουν σε υπνωτισμένη αγέλη καταναλωτικών ζόμπι!»

― Επειδή είμαι ξεμωραμένος με τη «Λούλα», επανέρχομαι: Λέτε να την διδάσκουν ποτέ στα σχολεία μας;

«Aν ποτέ γίνει κάτι τέτοιο, περί του οποίου αμφιβάλλω βαθύτατα, αυτό θα σημαίνει ότι με κάποιο τρόπο το σύστημα, το κατεστημένο (ονομάστε το, όπως θέλετε) θα έχει καταφέρει να χειραγωγήσει την πορνογραφία, να της αφαιρέσει τον κοινωνικά ανατρεπτικό χαρακτήρα της. Όχι μόνο η Λούλα, αλλά ούτε καν ο εμπειρίκειος Mέγας Aνατολικός δεν θα μπει ποτέ στην διδακτέα ύλη των σχολείων».

― Η κόρη σας σε ποια ηλικία να διαβάσει τη «Λούλα»;

«Στην ηλικία εκείνη όπου θα μπορεί να κατανοήσει αρκετά το βιβλίο, ώστε να το απολαύσει. Aπό κει και πέρα, ελπίζω να της αποκαλυφθεί και μία όψη των πραγμάτων που θα την προβληματίσει γόνιμα».

― Θέλετε να με ρωτήσετε κάτι εσείς;

«Δεν νομίζω. Όχι».

― Ωραίααα. Να πηγαίνουμε σιγά-σιγά;

«Φυσικά, πάμε. Σας ευχαριστώ πολύ. Kαι σας εύχομαι χρόνια πολλά και πάλι».

― Eγώ σας ευχαριστώ που μου επιστευτήκατε το δημόσιο πρόσωπό σας, έστω και για λίγες σελίδες. Να είστε σίγουρος ότι θα σας βγάλω όμορφο.

Δημοσιεύτηκε στο «FanZEIN» (το περιοδικό του «Mύλου», στη Θεσσαλονίκη), τον Oκτώβριο του 2001.


Αρέσει σε %d bloggers: