Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΑΠΕΡΑΝΤΑ ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ, «η λέξη» & «κοντέινερ»

Μιχάλης Μερακλής:

«Απέραντα άδειο σπίτι»

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η λέξη», Ιούλ. – Σεπτ. 2009

Διαβάζοντας το προηγούμενο μυθιστόρημα (Η Μεγάλη Άμμος) του κ. Ραπτόπουλου και γράφοντας γι’ αυτό στις σελίδες αυτές της «Λέξης», παρατηρούσα πως είχα την αίσθηση ότι ο συγγραφέας έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη, με τον τρόπο της λογοτεχνίας, της ελληνικής μικροαστικής οικογένειας. Νόμιζα εντούτοις, ότι ο τρόπος που από την πλευρά του την προσέγγιζε ― από αμφίσημος έως και ευθύτερα απαξιωτικός ―, έδινε παρά ταύτα σ’ εμένα την ώθηση να σκεφθώ ότι η (χαλαρά νοητέα) μικροαστική τάξη, καρπός της οποίας είναι η ανάλογη οικογένεια, παρουσιάζει τελικά μιαν αντοχή και μια μακρότατη διάρκεια που αγγίζει την αιωνιότητα!

Η θεώρηση αυτή συνεχίζεται με ορισμένες προεκτάσεις και στο νέο βιβλίο, όπου συνάπτονται διάφορες και διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες τελικά καταλήγουν «στους κόλπους της Αγίας Νεοελληνικής Οικογένειας».

Το παράξενο είναι ότι εγώ αντλώ και πάλι στοιχεία από τις ιστορίες αυτές, που ενισχύουν την πρότερη αίσθησή μου, έστω και αν σε ορισμένες από τις ιστορίες περιγράφεται μια περαιτέρω κρίση που η τάξη αυτή περνάει, ώστε να επικρέμαται κι ένας «θάνατος από υπερβολική δόση τίποτα».

Δεν υπάρχει πάντως μόνο η πιο έντονη κρίση. Υπάρχει και η διεύρυνση του φαινομένου του μικροαστισμού, πέρα από τα ελληνικά όρια, ώστε ο προσδιορισμός «ελληνική» δίπλα στην Αγία Οικογένεια να παρέλκει, και να ξαναβρίσκει τη γενικευμένη σ’ όλους τους «αναπτυγμένους» (σύμφωνα με την ορολογία των οικονομολόγων) λαούς ο μαρξιστικής επίνοιας ειρωνικός χαρακτηρισμός.

Αλλά τώρα πια, τα ίδια πράγματα βοούν, ότι είναι κατάδηλη όχι μόνο η οριζόντια, αλλά και η κάθετη επέκταση του προσδιορισμού, πέραν των ορίων που είχε θέσει το μανιφέστο του 1848: ο μικροαστισμός, παράλληλα προς την ιστορικά πλέον βεβαιωμένη και πολλαχού μαρτυρούμενη μακροβιότητά του, γνωρίζει και μιαν ευρύτατη διάδοση σε όλες τις τάξεις, και της εργατικής βέβαια συμπεριλαμβανομένης (οι κοινωνικές τάξεις δεν ορίζονται αποκλειστικά με βάση την οικονομία· ορίζουσα έχει γίνει τώρα και η – αστική – νοοτροπία).

Πρέπει να παρατηρήσω εντούτοις ότι η γιγάντωση τούτη (μου έρχεται να μιλήσω για την κυρίαρχη σε όλο τον κόσμο μικροαστική τάξη) δεν μπόρεσε (κάθε άλλο) να παραμερίσει μιαν από τις πιο τρωκτικές της ψυχικής ισορροπίας καταστάσεις της μικροαστικής ζωής· τη συνδυασμένη με τη μονοτονία ανία. Ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου (όχι όποιο κι όποιο· έχει ενταχθεί σε τρομοκρατική ομάδα, μάλιστα όχι της πλάκας), έρχεται κάποια στιγμή που, «ξέροντας την προβλέψιμη διαδρομή της ζωής του, την αφόρητη μονοτονία της, που μπορούσε να μεταβάλει σε μηχάνημα ακόμη και τον πιο χυμώδη άνθρωπο, βλέποντας την αυθεντική ψυχική μιζέρια που φώλιαζε κάτω από τις άσκοπες πολυτέλειες, είχε φτάσει στο σημείο να τον λυπάται τον στόχο στο τέλος», δηλαδή τον άνθρωπο που είχε εντολή να σκοτώσει· ίσως ήταν βέβαιος κιόλας για το χειρότερο, τον εσωτερικό θάνατο του εχθρού του, από ανία. Αυτή είναι που εξωθεί πλέον συχνά σε ανείπωτες ψυχικές πτώσεις και κατακρημνίσεις (συγκλονιστικό δείγμα: «Ο κύριος Μάρκου»).

Η απίστευτη αντοχή και εξάπλωση (οριζοντίως και καθέτως) του μικροαστισμού συνοδεύεται πάντως και από μιαν άλλη μεταβολή του. Έχει αποβάλει τη σεμνοτυφία ή τον πουριτανισμό κ.λπ., που τον χαρακτήριζε π.χ. στην περίοδο του Μεσοπολέμου, και με τον οποίο συγκάλυπτε οπωσδήποτε τις παρεκκλίσεις και τις αδυναμίες του. Η απελευθέρωση από τους πουριτανισμούς και φαρισαϊσμούς εντούτοις δεν μπόρεσε να θέσει και κάποια όρια, οδήγησε σ’ ένα παντός είδους απροκάλυπτο exhibitionisme. Χωρίς να ηττηθεί ο εχθρός: η μεγάλη Ανία. Η εποχή μας, εποχή χωρίς το φύλλο της συκής, δεν υπήρξε ευτυχέστερη από την εποχή με το φύλλο της συκής. Το «σπίτι» της οικογένειας και της ψυχής μας, ανέκαθεν ήταν «άδειο». Τώρα όμως είναι που έγινε αυτό το άδειο «απέραντο».

Λευτέρης Βασιλόπουλος:

«Απέραντα»

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κοντέινερ» τχ.3, Ιανουάριος 2010

Το τελευταίο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου Απέραντα Άδειο Σπίτι (εκδόσεις «Κέδρος») αν και φαινομενικά αποτελείται από επτά ανεξάρτητες ιστορίες, ασύνδετες μεταξύ τους, πέρα από τους χώρους του «πραγματικού» διεθνούς αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος και της «φανταστικής» Λίμνης Αχαΐας (θα επανέλθω αργότερα στην αντίθεσή τους) πρόκειται, μάλλον, για ένα αρθρωτό μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας χειρίζεται σαν έμπειρος τεχνίτης τις πρώτες ύλες, που σκάβοντας βρήκε και πήρε στα χέρια του, ή που του παραδόθηκαν με τον καιρό – δοκιμάζοντας τη λιτή γραφή κάποιου που απλώς διηγείται μία ιστορία (κάτι ιδιαίτερα δύσκολο στην εποχή του κατακερματισμού). Οι εικόνες του ξεκάθαρες, ακόμα και όταν (κάποιοι θα θεωρούσαν ότι) είναι προκλητικές. Το ύφος αλλάζει από ιστορία σε ιστορία (άλλοτε πολύ, άλλοτε ανεπαίσθητα) μ’ έναν τρόπο που εντάσσει κάθε μία στο συνολικό έργο με αποκορύφωμα την επιστημονικής φαντασίας «Μέδουσα», που χωρίς να αποτελεί παραφωνία μέσα στο κατά τ’ άλλα «ρεαλιστικό» βιβλίο, προσθέτει την οπτική αυτού του λογοτεχνικού είδους, που αποδείχθηκε τόσο προφητικό και πρωτοποριακό, παραμένει όμως στην Ελλάδα περιθωριακό – κι’ ας γεννήθηκε εδώ κάποτε ένας Δημοσθένης Βουτυράς. Καθώς θυμήθηκα τους «παλιούς», μπορώ να πω ότι ο Β. Ρ. συνειδητά πλησιάζει παρελθοντικές γραφίδες, αναγνωρίζοντας την αξία τους, κάπως σαν τους νεότερους ποιητές, που ξαναγυρνούν σε παραδοσιακές φόρμες, όπως ο δεκαπεντασύλλαβος ή το σονέτο, έχοντας παλέψει και αγαπήσει τόσο τον ελεύθερο στίχο, ώστε να στραφούν στην απελευθερωτική ροή τέτοιων ρυθμών. Επανέρχομαι στη διαλεκτική πραγματικού – φαντασιακού, θέλοντας να επισημάνω ότι ίσως ο συγγραφέας, αντιτιθέμενος στη μονοδιάστατη αντίληψη ότι πρέπει να υπάρχει είτε το ένα είτε το άλλο, προσπαθεί να χτίσει γέφυρες, βάζοντας, ας πούμε, έναν συνταξιούχο να καταφεύγει στις αίθουσες του σινεμά (μοντερνισμός) για να ικανοποιηθεί με παιδάκια κι ενήλικα ζευγάρια, αλλά και μία νέα γυναίκα να ερωτεύεται τους δίδυμους αδερφούς Τερζάκη (μύθος όσο παλιός είναι κι ο κόσμος: βλ. τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη, που έσωσαν την αδερφή τους Ελένη από τον Θησέα – ή, ακόμα, την Άρτεμη και τον Απόλλωνα και τόσους άλλους). Κλείνοντας, οφείλω να προσθέσω πως ο Β. Ρ. γράφει την κάθε λέξη με όλη της τη σημασία –κάτι που, δυστυχώς, στις μέρες μας, μπορούμε να το πούμε μόνο για λίγους.


Αρέσει σε %d bloggers: