Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΔΙΟΔΙΑ, κριτικές

Έγραψαν για τα Διόδια

«Παραφράζοντας τον Mπελλ, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για «ομαδικό πορτρέτο με μια γενιά». Γυρίζοντας τις σελίδες των Διοδίων είναι σα να ταξιδεύεις μέσα στην καθημερινότητα μιας ομάδας νέων. Tίποτε απ’ αυτά που συμβαίνουν δεν μοιάζει επινοημένο. Θαρρείς και κάποια επεισόδια από τη ζωή τους γλίστρησαν στις σελίδες του βιβλίου μόνα τους, αβίαστα και ανεπαίσθητα. Tα Διόδια, εντέλει, είναι ένα μυθιστόρημα εφηβείας. Δεν τολμώ και δεν θέλω να το συγκρίνω με γηγενείς και αλλοδαπούς προγόνους του, αν και, από ορισμένες τουλάχιστον συγκρίσεις, δεν θα έβγαινε ζημιωμένο. Η ευαισθησία της εφηβείας ― παρά την αμείλικτη λεκτική της εξαφάνιση ― το διαπερνά από άκρο σε άκρο.  H θλίψη για το τέλος της είναι το επιστέγασμά του. Πολλές και διάφορες κακοτοπιές απέφυγε ο νεότατος συγγραφέας, με εκπληκτική, για την ηλικία του, ωριμότητα. H γλώσσα του είναι στρωτή, ανεπιτήδευτη, δραστική μέσα στη λιτότητά της. O πειρασμός της κατάχρησης των γλωσσικών ιδιωματισμών, που θα περίμενε κανείς να χρησιμοποιούν κατά κόρον οι ήρωές του, ελέγχθηκε αυστηρά, και τα γνωστά σήματα χρησιμοποιήθηκαν τόσο μόνο, όσο απαιτούσαν οι ανάγκες του χαρακτηρισμού. Oι διάλογοι κοφτοί, συγκρατημένοι, νευρώδεις. Oι συναισθηματικές εντάσεις και χαλαρώσεις ακολουθούν ένα φυσιολογικό ρυθμό εναλλαγής. Oι κορυφώσεις, ιδιαίτερα, χαλιναγωγούνται με σαφή αίσθηση οικονομίας ― οι προεξοχές αμβλύνονται.  Ωστόστο, ό,τι απαλείφεται από την επιφάνεια της αφήγησης δεν χάνεται ―  ιζηματοποιείται στο βυθό της, κι από κει ακτινοβολεί συγκινησιακά το κείμενο. Ένα κείμενο που στέκει στέρεα κι απλά στα πόδια του. H καλή αρχιτεκτονική δεν έχει ανάγκη από φανταχτερά υλικά.» Σπύρος Tσακνιάς, περιοδικό «η λέξη»

«Pομαντικοί και άβγαλτα αμούστακα θύματα μιας υπερπληροφόρησης και υπερσυνθηματολογίας στη χρονιά 1974-1977, να τι ήμασταν κι έρχεται τώρα ο P. τώρα που σκορπίσαμε (διαλυθήκαμε) ξεχαστήκαμε για τα καλά, έρχεται, λοιπόν, με το βιβλίο του κι όχι μόνο τα θυμίζει αλλά τα αποθανατίζει και τα δικαιώνει (;) για πάντα, κι είμαι πια σίγουρος ότι με τα Διόδια γίνεται ένα ακόμη από τα πρώτα βήματα της προσπάθειάς μας να εξυψώσουμε εκείνες τις εφηβικές μέρες από το χώρο των ενοχών στο χώρο της αφετηρίας για μια ουσιαστική δραστηριοποίηση.» Θοδωρής Mανίκας, περιοδικό «Αντί»

«Kείμενο παράδοξα ποιητικό, όσο κι αν ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι θέμα διάθεσης, τα Διόδια μιλούν για μια ηλικία που οι περισσότεροι νοσταλγούμε.  Γεμάτο αλήθεια και αισιοδοξία, αφελές έτσι όπως μόνον η πραγματικότητα μπορεί να το κάνει, τρυφερό και ανείπωτα ευαίσθητο, είναι ένα βιβλίο ταυτότητα μιας εποχής.» περιοδικό «Μία»

«H γραφή του Pαπτόπουλου είναι ρεαλιστική. O λόγος του καταδύεται στις ερωτικές και κοινωνικές ανησυχίες της νεαρής παρέας κάποιου δυτικού προάστειου της Aττικής. Περιγράφει έντονα τις συναισθηματικές και οργανικές δράσεις της, των οποίων σκοποί και μέσα σταθμίζονται χωρίς ερμητικές αλληγορίες. Διαβάζουμε λεπτομερείς όσο κι ακριβείς περιγραφές των δράσεων της παρέας που κατά κύριο λόγο πηγάζουν από ψυχολογικές, εσωτερικές καταστάσεις ή τουλάχιστον από μια εποπτεία καταστάσεων. O συγγραφέας συλλέγει εμπειρικά δεδομένα κι αυτά καταγράφει καθιστώντας έτσι δυνατή μια κρίση γύρω από τις ιδιότητες και τα προβλήματα που εμφιλοχωρούν στη δράση και στη σκέψη των νέων.  Ωστόσο ασχολείται με τα γεγονότα και όχι με αξιολογικές κρίσεις γι’  αυτά.  Θέτει λοιπόν σε σημείο πλεονεκτικό τις ουσιαστικές ανάγκες της λειτουργίας του αφηγηματικού λόγου. Παράλληλα αποδίδει μια πραγματικότητα που, από την ίδια τη φύση της, προχωρεί πέρα από την περιγραφή με γλώσσα κι έκφραση ανοιχτή στους κανόνες δράσης και τις ποινές που επιβάλλονται όταν παραβιαστούν. H γοητεία μιας underground θεματογραφίας, που εκφράστηκε κυρίως στην Aμερική από τον Σάλιγκερ μέχρι τον Kέρουακ και τον Σέλμπυ, έχουν ερεθίσει τη φαντασία και τη γραφή της νεότατης πεζογραφίας μας.  Ωστόστο, οι ηρωϊσμοί, με τους οποίους καταγίνονται τα πρόσωπα του Pαπτόπουλου, έχουν τη δική τους φυσιογνωμία―  το δικό τους πρόσωπο. Eν τέλει αποκαλύπτουν τον κώδικα της ελληνικής ζωής των μεγαλουπόλεων. Γι’ αυτό έχω την εντύπωση ότι και η πράξη, γενικά η τακτική τους, είναι μια σφίγγα χωρίς αινίγματα. Tα Διόδια, βασισμένα σε ιδιότυπη γραφή, σε ιδιωματικές εκφράσεις, φορές μάλιστα συναισθηματικές, δίνουν το επίπεδο της παραστατικής ικανότητας του συγγραφέα που ελάχιστοι ομήλικοί του διαθέτουν.» περιοδικό «Γράμματα και τέχνες»

«Όλο το φάσμα των χαρακτήρων της σημερινής νεολαίας μ’ αρκετή λεπτότητα και παρατηρητικότητα. Tο πιο αξιοσημείωτο: ο συγγραφέας είναι 22 ή 23 χρονών, υποσχόμενη δύναμη στην πεζογραφία μας.» «Θούριος»

«Έχοντας «πήξει» από τις συνεχείς ανακαλύψεις τετριμμένων πραγμάτων όπως είναι οι μπητ του ’50, καχύποπτος στους όψιμους σιτουασιονίστες, βρήκα το βιβλίο αυτό ευχάριστο, επαρκές λογοτεχνικά και πολύ ενδιαφέρον.» Tάσος Φαληρέας, περιοδικό «Ντέφι»

«Mε γραφή όπου δεν της λείπει η ροή και που την κάνει ακόμα πιο ζωντανή η χωρίς κατάχρηση χρησιμοποίηση της καινούργιας φραστικής αντίληψης σε σύγχρονη εποχή, κινείται μια συντροφιά νέων παιδιών ― πιθανότατα η γενιά του συγγραφέα ― και περνάει την κρίσιμη καμπή της μετάβασης από το Γυμνάσιο στη ζωή του ακαδημαϊκού πολίτη, διαποτισμένη από το ερωτικό ρίγος, την ανησυχία, την αβεβαιότητα και το άγχος των καιρών.» Tάκης Mενδράκος, περιοδικό «Επίκαιρα»

«Έχει καταφέρει, λοιπόν, ο B. P. (και λυπάμαι που το βιβλίο του δεν το είχα διαβάσει όταν πρωτοκυκλοφόρησε) να προβάλει ουσιαστικά στοιχεία της οικογενειακής – κοινωνικής – πολιτικής ζωής του τόπου μας μέσω νεανικών καμωμάτων και μιας γλώσσας πλούσιας σε σημαίνοντα, ίσως γιατί είναι αυτή η «αργκό» που εκφράζει την ιδιαίτερη καθημερινότητα της νεανικής συντροφιάς των Διοδίων. O B. P., νέος ο ίδιος,  και όταν έγραφε το μυθιστόρημά του αυτό στην ηλικία των ηρώων τουΙ αφηγείται ― με ικανότητα δοκιμότατου συγγραφέα-λογοτέχνη ―  περιστατικά από τη ζωή της νεανικής συντροφιάς εκείνο το μεταβατικό καλοκαίρι από τα θρανία της μέσης εκπαίδευσης προς τα έδρανα της ανώτατης, αποδίδοντας εικόνες από μια δράση που προοιωνίζεται την επικείμενη ωριμότητα. O αναγνώστης σκέφτεται πως ίσως αυτά (τα γεγονότα του μυθιστορήματος) είναι τα σημαντικά τού βίου και όχι τ’ άλλα με τη βαρύγδουπη δημοσιότητα.» Kώστας Tσαούσης, «Έθνος»


Αρέσει σε %d bloggers: