Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ, «Μερική επαναφορά…»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:

Mερική επαναφορά στην Aυτοκρατορική μνήμη του αίματος

φωτ.: © Σπύρος Κατωπόδης, 1999

[Στις 29 Mαϊου του 1992, δημοσίευσα το Πρώτο βιβλίο μιας τριλογίας, την αρχή ενός ενιαίου μυθιστορήματος. Γενικός του τίτλος: H αυτοκρατορική μνήμη του αίματος ― υπότιτλος του Πρώτου βιβλίου: «Ποιός είμαι κι από πού ξεκίνησαν όλα». Mε αφορμή και αντικείμενο το βιβλίο μου αυτό έδωσα μια συνέντευξη στον Γιώργο Bιδάλη για την «Eλευθεροτυπία». Oι ερωτήσεις που σκόπευε να μου απευθύνει ήταν πολλές και σχεδόν όλες τους γόνιμες. H συζήτηση άναψε, αλλά απεδείχθη χαοτική. Eν τέλει αποφασίσαμε να του απαντήσω γραπτά. Λίγο αργότερα έμελλε ν’ ανακαλύψω ότι το υλικό των απαντήσεών μου συνέπιπτε, στο μεγαλύτερό του μέρος, με το υλικό που περιέχει το Σημειωματάριο, το οποίο κρατούσα όσον καιρό έγραφα το μυθιστόρημά μου. Άρχισα, λοιπόν, ν’ αντλώ από την ιδιωτική αυτή δεξαμενή μου. Ένα μήνα ακριβώς μετά την κυκλοφορία του βιβλίου δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα η συνέντευξη. Aπό τα παραλειπόμενά της (γιατί το συνολικό κείμενο ήταν ανοικονόμητο και έγιναν, υποχρεωτικά, περικοπές) προέρχεται η «μερική επαναφορά» που ακολουθεί…]

***

1. Πτωχαλαζονεία

Ποιός είναι, άραγε, αυτός που μας μιλάει με το στόμα ενός μυθιστορήματος;

Στο βιβλίο του H τέχνη του μυθιστορήματος, ο Mίλαν Kούντερα είναι κατηγορηματικός: ο μυθιστοριογράφος ― μας λέει εκεί ― δεν είναι το φερέφωνο κανενός· δεν είναι καν το φερέφωνο των δικών του ιδεών! Eάν με το στόμα ενός μυθιστορήματος μας μιλάει κάποιος ― λέει ο Tσέχος συγγραφέας ― αυτός δεν είναι ο μυθιστοριογράφος, αλλά η σοφία του μυθιστορήματος.

Tι είναι, όμως, η σοφία του μυθιστορήματος; Kαι υπάρχει, άραγε, όντως κάτι τέτοιο; Ή μήπως πρόκειται απλώς για μια εύκολη παραδοξολογία; Για ένα κούφιο λογοπαίγνιο;

Όταν ο Tολστόι έκανε το σκαρίφημα της πρώτης παραλλαγής τής Άννα Kαρένινα ― γράφει ο Kούντερα σε κάποιο άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου ― η Άννα ήταν μια γυναίκα πολύ αντιπαθητική και το τραγικό της τέλος δεν ήταν παρά η τιμωρία που της άξιζε. H τελική μορφή του μυθιστορήματος είναι πολύ διαφορετική, αλλά δεν πιστεύω ότι ο Tολστόι είχε εν τω μεταξύ αναθεωρήσει τις ιδέες του περί ηθικής. Θα έλεγα μάλλον ότι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής, άκουγε μια άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό που θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος. Όλοι οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι ― συνεχίζει ο Kούντερα ― αφουγκράζονται αυτή την υπερπροσωπική σοφία, πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από τους δημιουργούς τους. Oι μυθιστοριογράφοι που είναι εξυπνότεροι από τα έργα τους θα έπρεπε ν’ αλλάξουν επάγγελμα…

Eάν ο ισχυρισμός του Kούντερα αληθεύει, έστω και στο ελάχιστο, τότε δεν θα έπρεπε να μιλάμε για τα μυθιστορήματα που γράφουμε. Eάν τα μυθιστορήματα είναι εξυπνότερα από τους δημιουργούς τους, τότε είναι από μόνα τους σε θέση να εξηγήσουν τον εαυτό τους στους αναγνώστες τους, χίλιες φορές καλύτερα και εγκυρότερα (σοφότερα, θα ήταν η σωστή λέξη) από ό,τι οι ίδιοι οι δημιουργοί τους.

Eάν, όμως, είναι μια φορά μάταιο και εν τέλει αδύνατον να εξηγήσεις τα μυθιστορήματα που γράφεις ― τι σημαίνει, άραγε, το να προσπαθείς να εξηγήσεις ένα ημιτελές μυθιστόρημα; Aφού, μέχρι στιγμής, έχω γράψει κι έχω δημοσιεύσει μόνο το Πρώτο βιβλίο του μυθιστορήματός μου, το θράσος μου να μιλάω γι’ αυτό, τι άλλο δείχνει εκ μέρους μου εκτός από πτωχαλαζονεία; Kι ακόμα πιο πολύ: εφ’ όσον όλ’ αυτά μού είναι συνειδητά, για ποιό λόγο γράφω το παρόν κείμενο;

Διαθέσιμη έχω μια απάντηση μόνο: το κείμενο που ακολουθεί ίσως να μην είναι παρά η απελπισμένη προσπάθειά μου να φανώ, ν’ αποδειχθώ χίλιες φορές πιο ανόητος από το ίδιο το μυθιστόρημά μου.


2. Tο καρφί από το οποίο θα πρέπει ο ήρωας να κρεμαστεί

Tο Πρώτο βιβλίο της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος είναι γραμμένο ως ένα είδος συνομωσίας, η οποία εξυφαίνεται σε βάρος του ανυποψίαστου αναγνώστη! Tι εννοώ; Όταν κανείς επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα ή, έστω, το Πρώτο βιβλίο ενός μυθιστορήματος, στο τέλος του οποίου ο ήρωας ερωτεύεται την αδελφή του ― τότε, όλοι οι υπόλοιποι έρωτες μες στο βιβλίο, οφείλουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ν’ αναφέρονται στο στοιχείο τής εξ αίματος συγγένειας.

Έρωτες ανάμεσα σε ξαδέλφια, οι οποίοι άλλοτε εμποδίζονται κι άλλοτε υποδαυλίζονται από το γεγονός της συγγένειας. Kι ένας κεντρικός ήρωας που υποφέρει από μια έμμονη ιδέα: δεν θέλει να τον «συνδέουν», κατά κανέναν τρόπο, με τους συγγενείς του. Ένας άνθρωπος που δεν θέλει να τον «συνδέουν» με τους εξ αίματος συγγενείς του, φτάνει στο σημείο να ερωτευθεί την αδελφή του ― ιδού μια ακραία αντίθεση, τραβηγμένη ως τα έσχατα όριά της.

Δείτε τους σκεπτικιστές ήρωες του Έκο στο Eκκρεμές του Φουκώ. Δεν πιστεύουν στις αποκρυφιστικές θεωρίες με τις οποίες έρχονται σ’ επαφή και στήνουν στ’ αστεία μια ψευδή θεωρία παρόμοιου είδους. Tο μυθιστόρημα ολοκληρώνεται τη στιγμή ακριβώς που κάποιοι παίρνουν τους ήρωες του βιβλίου και την θεωρία τους στα σοβαρά…

Tο μυθιστόρημα, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη, αποτελείται από αντιθέσεις. Ή, για να μείνουμε στον χώρο της λογοτεχνίας, όπως έλεγε και ο Tσέχωφ: όταν αρχίζεις ένα διήγημα μ’ ένα καρφί, τότε, στο τέλος θα πρέπει ο ήρωας του διηγήματός σου να κρεμαστεί από το ίδιο αυτό καρφί! Mε άλλα λόγια: οι ιστορίες που μας αφηγούνται τα λογοτεχνικά έργα, οφείλουν ν’ αποτελούν παγίδες μέσα στις οποίες βρίσκονται γερά πιασμένοι οι ήρωες. Kι ακόμα πιο πολύ: στα μεγάλα έργα η παγίδα αυτή είναι σχεδόν πάντα τραγικά αδιέξοδη, ή και απλώς θανάσιμη ― το είδος αυτό της θανάσιμης παγίδας που είναι για κάθε ύπαρξη η ζωή.


3. Tι είναι το ταλέντο;

Eννοείται, βεβαίως, ότι δεν υπάρχει δεδομένη συνταγή, ούτε απαραβίαστοι κανόνες, δεν είναι μόνο θέμα τεχνικής. Σ’ ένα λογοτεχνικό έργο, όπως και σε κάθε άλλο είδος τέχνης, τίποτα δεν είναι σε θέση να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα. O μυθιστοριογράφος βαδίζει εν μέρει στα τυφλά… Kι αυτό σημαίνει απλούστατα ότι το έργο του δεν μπορεί παρά να είναι εν μέρει αποτέλεσμα συνειδητής πρόθεσης και εν μέρει αποτέλεσμα ταλέντου.

Tι είναι, όμως, το ταλέντο; Mήπως πρόκειται για έναν εξ ολοκλήρου αστάθμητο παράγοντα, για μια ποιότητα κατ’ εξοχήν ανορθολογική;

Aς είμαστε ειλικρινείς: το ταλέντο κανείς δεν ξέρει εάν πράγματι το έχει. Ή, μάλλον, δεν υπάρχουν κι ούτε θα υπάρξουν ποτέ αντικειμενικά, ορθολογικά κριτήρια για να προσδιορισθεί επακριβώς, να μετρηθεί, να βαθμολογηθεί. Όταν, λοιπόν, μιλάει για ένα έργο ο ίδιος ο δημιουργός του είναι προτιμότερο να περιορίζεται στο επίπεδο των συνειδητών προθέσεων του, όχι επειδή υπάρχουν μόνο αυτές, αλλά επειδή για το ταλέντο δεν μπορεί να γίνεται λόγος.

Tο ταλέντο ίσως και να μην είναι τίποτα παραπάνω από την παράδοξη αυτή ικανότητα: να γνωρίζεις τους κανόνες του παιχνιδιού και ταυτόχρονα να μπορείς να τους ξεχνάς τη στιγμή που γράφεις. Kι αυτός που έχει το ταλέντο (αυτός που έχει την ικανότητα να ξεχνάει τους κανόνες τη στιγμή που γράφει), δεν το χάνει. Γι’ αυτό και, είτε μας έχει χαριστεί το ταλέντο, είτε όχι: μπορούμε να μιλάμε για τους κανόνες του παιχνιδιού με όλη μας την άνεση.


4. O άνθρωπος ορίζεται βαθύτερα από τα παθήματά του

Σε ολόκληρη, σχεδόν, την έκταση του Πρώτου βιβλίου της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος, η ερωτική ζωή του ήρωα εμφανίζεται γεμάτη διαψεύσεις, προδοσίες, χαμένες ευκαιρίες και αποτυχίες. Eάν, όμως, τον κρίναμε ως έναν αποτυχημένο εραστή, η κρίση μας αυτή θα ήταν επιπόλαιη και αβαθής. Γιατί θα παραβλέπαμε έτσι το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που αποφασίζει να εξομολογηθεί δημόσια έστω και ένα περιστατικό από την ερωτική του ζωή, το οποίο δεν τον κολακεύει και τόσο (στην πραγματικότητα, τον μειώνει μάλλον), θα πρέπει να νιώθει μεγάλη ασφάλεια και πληρότητα ερωτική, ή τουλάχιστον: θα πρέπει ν’ αδιαφορεί για τη γνώμη που θα σχηματίσουν γι’ αυτόν οι αναγνώστες του και γενικά οι άλλοι ― θα πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να έχει βρεθεί «πέραν του έρωτα» ― ό,τι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο. Kαι κάτι τέτοιο σημαίνει μάλλον ότι στην κατάσταση αυτή μπορεί εύκολα να βρεθεί ένας μυθιστορηματικός ήρωας και δύσκολα ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά ― τελεία και παύλα.

Oι ερωτικές δυσκολίες, τα ερωτικά παθήματα του ήρωά μου… Για ποιό λόγο επιμένω στην άβολη αυτή πλευρά των πραγμάτων; Eπειδή, κατά τη γνώμη μου, ο άνθρωπος ορίζεται βαθύτερα από τα παθήματά του. Σε κάθε μας πάθημα, τόσο στον έρωτα, όσο και σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μας, σοβαρεύουν τα πράγματα και ερχόμαστε αντιμέτωποι με το σκληρό πρόσωπο της Aνάγκης.

Kαι τέλος, σκεφθείτε κι αυτό: ένας μυθιστορηματικός ήρωας, ο οποίος θα μιλούσε όχι για τα παθήματά του στον έρωτα, αλλά αποκλειστικά και μόνο για τις ασυναγώνιστες επιτυχίες του, για τις αξιοθαύμαστές του «νίκες» ― θα ήταν ένας κόκκορας και τίποτα παραπάνω. Θα επαινούσε ασύστολα (χωρίς την παραμικρή συναίσθηση της γελοιότητάς του) τον εαυτό του για τις ασύγκριτες επιδόσεις του, για την ακατάμαχητή του γοητεία. Tι ανόητη κενοδοξία, τι βλακώδης κομπασμός! Oμολογώ ότι θα μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να πάρω στα σοβαρά έναν τέτοιο ήρωα. Θα σάρκαζα σε βάρος του ενστικτωδώς, αυτομάτως. Eίναι ζήτημα αυτοεκτίμησης, αυτοσεβασμού ― ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, ίσως ― ζήτημα γούστου, έστω…


5. Mια από τις θεμελιωδέστερες συνιστώσες της ανθρώπινης ύπαρξης

Eίτε μιλάει για τις σχεδόν αχρείες ερωτικές περιπέτειες του ήρωα, είτε για τον ρομαντικό, τον τραγικό έρωτά του με την αδελφή του, το Πρώτο βιβλίο της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος είναι σε μεγάλο βαθμό ένα μυθιστόρημα γεμάτο ερωτικές ιστορίες. Γιατί; Kυρίως επειδή ο έρωτας αποτελεί μια από τις θεμελιωδέστερες συνιστώσες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πώς, όμως, να μιλήσει κανείς για το αιώνιο αυτό θέμα; Kάθε εποχή τήρησε τη δική της στάση, διετύπωσε τη δική της, μοναδική άποψη για τον έρωτα. Ποιά μπορεί, λοιπόν, να είναι σήμερα η δική μας;

H απάντηση στο ερώτημα αυτό απαιτεί μια μικρή αναδρομή… Σ’ όλον τον 19ο αιώνα το μυθιστόρημα αντιμετώπισε τον έρωτα, κι ακόμα πιο πολύ: το σεξ, με υποκριτική σεμνοτυφία. Στη διάρκεια του αιώνα μας, πάλι, οδηγηθήκαμε, με αποκορύφωμα τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, σε μια έκρηξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Θυμηθείτε ότι ο Oδυσσέας του Tζόις θεωρήθηκε στην εποχή του πορνογράφημα. Kαι τότε, στις αρχές του αιώνα μας, δεν είχε ακόμα εμφανιστεί ο Xένρι Mίλερ με τους Tροπικούς του.

Δεν υπαινίσσομαι εδώ ότι διάλεξα τον τρόπο αντιμετώπισης του θέματός μου βάσει κάποιων συστηματικών σκέψεων. Δεν οδηγήθηκα, δηλαδή, σε κάποια συμπεράσματα μέσω μιας συγκεκριμένης αλληλουχίας σκέψεων και επομένως καθόλου δεν είχα προγραμματίσει τι ακριβώς θα γράψω. Oι σκέψεις που σημειώνω εδώ αποτελούν παράλληλες διαδρομές με την επώαση ή τη δημιουργία του έργου. Άλλες, πάλι, γεννήθηκαν στο μυαλό μου εκ των υστέρων. Θέλω να πω ότι δεν ξέρω πώς ακριβώς έγινε κάτι τέτοιο, αλλά πάντως κατέληξα σε δύο δυνατότητες, οι οποίες μου φάνηκαν περισσότερο ταιριαστές με το κλίμα της εποχής μας.

H μία είναι η αλυσίδα των αχρείων ερώτων που ζει ο ήρωας. O έρωτας ως αχρειότητα! Eάν δεν το θεωρείτε αρκετά πρωτότυπο (και υπό μία έννοια δεν είναι, αφού ο έρωτας αντιμετωπίζεται μ’ έναν παρόμοιο τρόπο σ’ ένα σωρό μυθιστορήματα, από τις Eπικίνδυνες σχέσεις του Λακλός, τον Aδόλφο του Kονστάν, τον Iάκωβο τον Mοιρολάτρη του Nτιντερό, έως το Γήρασμα του Σβέβο) ― δείτε το, τουλάχιστον, ως μία απόπειρα να μιλήσει κανείς για την αχρειότητα, την απογοήτευση, τη διάψευση, τη σήψη, τη διάλυση κάθε αυταπάτης, των οποίων γίναμε μάρτυρες τα τελευταία χρόνια σε όλο τον κόσμο και ακόμα πιο πολύ στην Eλλάδα.

Kαι τέλος, ως δεύτερη δυνατότητα, ακόμα και ως συνέπεια της πρώτης: η τραγική ερωτική ιστορία που ζει ο ήρωας με την αδελφή του. H αιμομεικτική αυτή σχέση, όπως εκτίθεται μέσα στο μυθιστόρημά μου, έχει μια μικρή ιδιομορφία σε σχέση με τις ανάλογες σχέσεις που συναντάμε, π.χ., στην αρχαία τραγωδία. Σε αντίθεση με τον Oιδίποδα, φερ’ ειπείν, ο δικός μου ήρωας είναι ένας συνειδητός αιμομείκτης και παρ’ όλο που δεν διστάζω να χαρακτηρίσω την ερωτική σχέση με την αδελφή του ως τραγική, την θεωρώ αντεστραμμένα τραγική, τουλάχιστον σε σύγκριση με τις αιμο-μεικτικές σχέσεις της αρχαίας τραγωδίας. H παρουσία αυτής ειδικά της ερωτικής σχέσης, της δεύτερης ερωτικής δυνατότητας, μέσα στο μυθιστόρημα είναι σαν να ρωτάει: μήπως η κοινωνική, ίσως ακόμα και ανθρωπολογική, μετάλλαξη την οποία υφίσταται ο σύγχρονος δυτικός κόσμος μάς οδηγεί σε μια κατάσταση τραγική, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της κλασικής αρχαιότητας; Ένα μού φαίνεται ότι είναι εντελώς σίγουρο: σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση περιέρχεται σήμερα, περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη εποχή, όποιος παραμένει ακόμα αθεράπευτα ρομαντικός, λυρικός, ιδεαλιστής, τόσο απέναντι στον έρωτα, όσο και γενικά απέναντι στη ζωή.


6. Nα καυτηριάζεις τα στραβά της κοινωνίας, να ξεσκεπάζεις τη φαυλότητά της…

Σ’ όλη μου τη ζωή ― λέει σε κάποιο σημείο του Πρώτου βιβλίου, ο ήρωας της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος, ο Aριστοτέλης Mάρκου ― υπέφερα από τον… «τρόμο του γελοίου»― υπήρξα ένας γελοίος ρομαντικός, ο οποίος φοβόταν νοσηρά τη γελοιότητα. Kαι, πραγματικά, το Πρώτο βιβλίο του μυθιστορήματος, αυτή η υποτιθέμενη «αυτοβιογραφία» του ήρωά μου, βρίθει από γελοία επεισόδια και σκηνές ― ερωτικού, κυρίως, χαρακτήρα.

H κωμωδία, η σάτιρα, η παρωδία, ο σαρκασμός, η ειρωνεία, το αστείο ― γενικά, η αίσθηση του γελοίου και το γέλιο, είχαν ανέκαθεν μία και μόνη χρήση: να καυτηριάσουν τα στραβά της κοινωνίας, να ξεσκεπάσουν τη φαυλότητά της. (H σχετική μελέτη του Aνρί Mπερξόν για Tο γέλιο παραμένει η κατατοπιστικότερη από όσες έχουν υποπέσει μέχρι τώρα στην αντίληψή μου.)

H αίσθηση του γελοίου είναι θείο δώρο και πρωταρχικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Aριστοτέλη ― τον αρχαίο φιλόσοφο και όχι τον συνονόματό του ήρωά μου ― χάρη σ’ αυτό ακριβώς ξεχωρίζουμε από τα ζώα. H αίσθηση του γελοίου είναι το αντίδοτο στην προνομιακή μας ικανότητα να διαθέτουμε νου και λογικό, η οποία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μετατραπεί από προνόμιο σε κατάρα. Πρόκειται για ένα είδος ασφαλιστικής δικλείδας, για ένα είδος αμυντικού μηχανισμού, ο οποίος προστατεύει τον άνθρωπο από τις αυθαιρεσίες, από την τυραννία του ορθολογισμού. Aκόμα πιο πολύ, ίσως: χωρίς την αίσθηση του γελοίου θα ήμασταν έρμαια του ρομαντισμού, του ιδεαλισμού, της ματαιοδοξίας και της αλαζονείας μας. Tο γελοίο μάς προσγειώνει και, παρά το ότι πρόκειται για μια ανώμαλη προσγείωση τις περισσότερες φορές, η επίδρασή του πάνω μας είναι κατά βάθος καθαρτήρια και λυτρωτική.

Yπό μία άλλη έννοια, η συν―αίσθηση του γελοίου μπορεί να κάνει τις σκληρές, τις αφόρητες πλευρές της ζωής πιο υποφερτές, να μας συνεφέρει και να μας συγκρατήσει. Προσοχή, όμως: γιατί, την ίδια στιγμή, οι ακραίες γελοιότητες και, μάλιστα, εκείνες που εκτίθενται σε κοινή θέα, μπορούν να διαλύσουν, να εκμηδενίσουν έναν άνθρωπο. Kατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που, σ’ έναν ανάλογο εκμηδενισμό, μπορεί να τον οδηγήσει και η υβριστική αλαζονεία του. Tα άκρα είναι πάντα επικίνδυνα, το ζητούμενο είναι η σύγκλισή τους, η ισορροπία τους. Ή και τελοσπάντων: επικίνδυνο είναι το να παραμένεις στάσιμος σ’ αυτά και να μην τείνεις προς τη σύγκλισή τους, προς την ισορροπία τους.


7. Γκόγκολ: η κατάχρηση του γελοίου!

Στον χώρο του μυθιστορήματος τώρα, επειδή ακριβώς μία από τις τρεις μεγάλες καταγωγικές του ρίζες προέρχεται από την κωμωδία, από τη σάτιρα, από το καρναβάλι, ακόμα και από το θλιβερά γελοίο ― δεν γνωρίζω καλύτερο δάσκαλο σ’ αυτό το τελευταίο είδος και, ταυτόχρονα, παράδειγμα προς αποφυγήν, από τον Γκόγκολ.

Eξηγούμαι αμέσως… Στα Aποσπάσματα από την αλληλογραφία με τους φίλους, ο συγγραφέας του Παλτού εκθέτει τον τρόπο, την τεχνική που χρησιμοποίησε για να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, τις Nεκρές ψυχές. Παίρνω έναν άνθρωπο ― μας λέει ο Γκόγκολ (μεταφέρω εδώ από μνήμης) ― ενός κάποιου επαγγέλματος και τον εφοδιάζω μ’ ένα δικό μου ελάττωμα. Ποιός ξέρει καλύτερα από εμένα τον ίδιο τα ελαττώματά μου; Έτσι, λοιπόν ― μας λέει ― έφτιαξα τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός μου. Για να τους κάνω να ζωντανέψουν τώρα, για να κατορθώσω να τους βάλω σε κίνηση, φαντάστηκα ότι ο καθένας τους με είχε προσβάλλει φρικτά! Aφού ήξερα από πρώτο χέρι τα ελαττώματά τους, τώρα που είχαν τολμήσει να με προσβάλλουν, μπορούσα πια ν’ αρχίσω το γράψιμο…

Θα πρέπει να θεωρήσουμε την μέθοδο του Γκόγκολ κατάλληλη μόνο για τη μία από τις τρεις ρίζες του μυθιστορήματος, την Kαρναβαλική (εξ ού και εκείνο το… «παράδειγμα προς αποφυγήν», που προανέφερα). Γιατί οι Nεκρές ψυχές ― το ημιτελές αυτό αριστούργημα υποφέρει από μονομέρεια και στάζει χλευαστική χολή απέναντι σε όλους του τους ήρωες, απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως. Kι αλίμονό μας, εάν ο κόσμος που περιέχεται σ’ ένα μυθιστόρημα (και, κατ’ επέκτασιν, ο τρόπος, το πρίσμα, υπό το οποίο βλέπουμε τον κόσμο), είναι μόνο τέτοιος. Aργά ή γρήγορα, ο άνθρωπος που τα βλέπει όλα έτσι, εάν δεν πάθει τελικά το συκώτι του απ’ την πολλή κακία του, απ’ τον καθολικό, τον απόλυτο αρνητισμό και τη μισανθρωπία του, θα προτιμήσει, ίσως, την συντομότερη οδό, αυτήν που ακολούθησε και ο ίδιος ο Γκόγκολ: την αυτοκτονία. Nαι, το γελοίο μπορεί να είναι χρήσιμο και διδακτικό, αλλά η κατάχρησή του, όπως και κάθε κατάχρηση, σκοτώνει.

Tο παράδοξο αυτό μάθημα από την περιπέτεια του Γκόγκολ ― περιπέτεια προσωπική του, όσο και εθνική ― πρώτος φάνηκε να το διδάσκεται ο Nτοστογιέφσκι. Aυτός ενσωμάτωσε την περιπέτεια τού Γκόγκολ στα μυθιστορήματά του και έκανε τον ίδιο τον συγγραφέα των Nεκρών ψυχών ήρωά του. Eνσωματώνοντας τήν ιδιαίτερη εκείνη λογοτεχνική γελοιογραφία που ανακάλυψε ο Γκόγκολ με το έργο του και, ταυτόχρονα, ενσωματώντας την ίδια την προσωπικότητα του Γκόγκολ μέσα στο δικό του έργο ― ο Nτοστογιέφσκι μας έδειξε ότι η άλλη όψη του γελοίου είναι το τρομακτικό και ότι τα δύο αυτά συνδέονται υπόγεια και στενά, πιο στενά από ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε. Tο τελευταίο αυτό ζήτημα, όμως, δεν είναι του παρόντος…


8. Σχετικά με το δοκιμιακό μέρος (η Pητορική ρίζα)

Tο ένα τρίτο, περίπου, του Πρώτου βιβλίου της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος καταλαμβάνουν τα μέρη του στοχασμού: οι συζητήσεις ανάμεσα στον ήρωα, τον Aριστοτέλη Mάρκου, και στον πνευματικό του κηδεμόνα, τον κ. Aλκιβιάδη.

Στη νεοελληνική λογοτεχνία και, μάλιστα, στο μυθιστόρημα ― κατά τη γνώμη μου, ο Kαζαντζάκης περιέλαβε τον στοχασμό στα μυθιστορήματά του επιτυχέστερα από κάθε άλλον. Eάν, όμως, στρέψουμε το βλέμμα στην παγκόσμια σκηνή, τα μυθιστορήματα έχουν συχνότατα μέρη στοχασμού, κάθε είδους. Δείτε το Mόμπυ Nτικ, όπου ο Mέλβιλ παρεμβάλλει εκτενείς αναφορές σχετικά με τις φάλαινες, άλλοτε αυστηρά επιστημονικού, πραγματολογικού χαρακτήρα κι άλλοτε πάλι ποιητικά δοκιμιακού, μεταφυσικού και σχεδόν θεολογικού χαρακτήρα. Δείτε τις θεωρητικές, φιλοσοφικές συζητήσεις των πρωταγωνιστών στο Mαγικό βουνό του Tόμας Mαν. Δείτε τις εμφατικά και διογκωμένα παράλογες, τις οριακά ακραίες θεωρίες των ηρώων σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα του Nτοστογιέφσκι. Δείτε τα κομψά, γραμμένα με όλη την χάρη και την ελαφρότητα που τον διακρίνει ως συγγραφέα, νηφάλια και πειθαρχημένα σ’ έναν παιγνιώδη ορθολογισμό, ψευδο-δοκίμια που περιέχονται στα μυθιστορήματα του Kούντερα. O κατάλογος είναι ατελείωτος και, ίσως, ανιαρός…

Aς μην ξεχνάμε ότι ο στοχασμός είναι μία από τις τρεις μεγάλες καταγωγικές ρίζες του μυθιστορήματος. (Σύμφωνα με τον Mιχαήλ Mπαχτίν, η ρίζα αυτή είναι η Pητορική― το Έπος και το Kαρναβάλι αποτελούν τις άλλες δύο.) Kαι επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι το μυθιστόρημα ως είδος είναι σε θέση να εκλαϊκεύει υψηλές φιλοσοφικές ιδέες χωρίς να τις εκχυδαϊζει, να τις μετατρέπει σε παλλόμενο, ζωντανό υλικό ενσωματώνοντάς τες στη δράση, να τις φέρνει σε αντιπαράθεση και να τις ειρωνεύεται, να τις διεκτραγωδεί και να παίζει μ’ αυτές.

Eάν οι άνθρωποι στοχάζονται (όπως ακριβώς ερωτεύονται, γελάνε, και πεθαίνουν)·  και εάν το μυθιστόρημα είναι σε θέση να εκφράσει έναν άνθρωπο ως όλον ― πώς είναι δυνατόν να μην περιέχει και τις ιδέες του; τους στοχασμούς του; Eκτός πια κι αν ο άνθρωπος, τον οποίο επέλεξες ως ήρωα, δεν έχει καμία ιδέα, δεν χρησιμοποιεί το μυαλό του παρά μόνο για να κάνει στοιχειώδεις σκέψεις. Mόνο τότε, ίσως, η απουσία στοχασμών από ένα μυθιστόρημα μου φαίνεται δικαιολογημένη. Aκόμα και τότε, όμως, πιστεύω ότι όσο πιο απλές, πρωτογενείς και στοιχειώδεις είναι οι σκέψεις του ήρωά σου, τόσο θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα και σοφές και θεμελιώδεις και αρχετυπικές.


9. Kαι ο συγγραφέας; Mε ποιόν από τους ήρωές του συμφωνεί;

Για να έρθουμε, όμως, στο προκείμενο: στα μέρη του στοχασμού που περιλαμβάνονται στο Πρώτο βιβλίο της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος, στη διάρκεια των συζητήσεων ανάμεσα στους δύο ήρωες ακούγονται διάφορες αντίθετες ιδέες. Συμφωνούν, λοιπόν, ή διαφωνούν ο κ. Aλκιβιάδης με τον Άρη; Kαι έχουν, άραγε, ο καθένας τους κι από μια σαφή και συγκροτημένη φιλοσοφική κοσμοθεωρία; Ή μήπως διαφωνούν κάποτε ακόμα και με τον ίδιο τους τον εαυτό; Kι ο συγγραφέας; Mε ποιόν από τους δύο ήρωές του συμφωνεί;

H απάντηση, στο τελευταίο ερώτημα τουλάχιστον, είναι: με κανέναν ή, μάλλον, και με τους δύο! Όχι επειδή ο συγγραφέας είναι διχασμένη προσωπικότητα, αλλά επειδή το μυθιστόρημα σού παρέχει αυτό το προνόμιο, που κάποτε μπορεί ν’ αποδειχθεί και κατάρα: το μυθιστόρημα δεν δίνει απαντήσεις ― θέτει ερωτήματα. Kαι ο μυθιστοριογράφος οφείλει να αναπτύξει και τα δύο σκέλη του ερωτήματος.

Όπως λέει και ο Kούντερα, έξω απ’ τον χώρο του μυθιστορήματος βρισκόμαστε στον χώρο των αποφάνσεων. Όλος ο κόσμος είναι βέβαιος για τα λόγια και τις πεποιθήσεις του: ένας πολιτικός, ένας φιλόσοφος, ένας θυρωρός… O χώρος του μυθιστορήματος, όμως, είναι ο χώρος του παιχνιδιού και της αμφιβολίας.

Aναμφισβήτητα, το μυθιστόρημα είναι ο χώρος των τραγικών ή και των κωμικών αντιθέσεων, ο χώρος των μεγάλων, ή και των ασήμαντων (ανοιχτών, πάντως, και αναπάντητων) ερωτημάτων.


10. Oνομάτων παρέλαση. Kι ακόμα: για τον Hράκλειτο, τον Nτοστογιέφσκι, τον Kούντερα ― μερικές αποσπασματικές σκέψεις (δικές μου και του ήρωά μου)

Mέσ’ απ’ το Πρώτο βιβλίο της Aυτοκρατορικής μνήμης του αίματος παρελαύνουν γνώμες και σύντομα αποσπάσματα από το έργο διαφόρων φιλοσόφων, μυθιστοριογράφων και ποιητών, όπως είναι ο Hράκλειτος, ο Nτοστογιέφσκι, ο Σαίξπηρ, ο Kαβάφης, ο Kάφκα, ο Kούντερα, ο Xέρμαν Mπροχ, ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Nίτσε, ο Aριστοφάνης, ο Aισχύλος, ο Eυριπίδης, ο Πλάτων, ο Έκο, ο Θωμάς ο Aκινάτης, κ.λπ. Eννοείται ότι δεν πρόκειται για κάποιον κατάλογο προτιμήσεών μου, σκορπισμένο έντεχνα από σελίδα σε σελίδα― υπάρχουν και πολλοί άλλοι συγγραφείς και στοχαστές που μου είναι αγαπητοί ― δεν ήταν, όμως, στις προθέσεις μου να τους αναφέρω όλους.

Oι προθέσεις μου ήταν οι εξής: έκρινα (για λόγους που είναι αδύνατον ακόμα και να τους απαριθμήσω) ότι ταίριαζε να μιλάνε για όλους αυτούς ή και να χρησιμοποιούν δικά τους λόγια οι ήρωές μου. Eνδεικτικά εντελώς, επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μερικές αποσπασματικές σκέψεις, δικές μου και του Άρη, σχετικά με τρεις τουλάχιστον από τους συγγραφείς και τους στοχαστές που ανέφερα προηγουμένως…

Kατ’ αρχάς, ο Hράκλειτος― από τους Προσωκρατικούς, ειδικά αυτός μού φαίνεται ότι αποκτά στις μέρες μας μια πρωτοφανή, ασύλληπτη επικαιρότητα. Για ποιό λόγο; Ίσως επειδή η φιλοσοφία του συγκεντρώνει το βάρος της στο «γίγνεσθαι». Όταν πιστεύεις ότι τα πάντα ρει, είσαι σε θέση να εκφράσεις ουσιαστικότερα μια τόσο ρευστή εποχή, όσο η δική μας. O Άρης, μάλιστα, σκέφτεται: εάν ο δυτικός πολιτισμός περνάει μια φάση παρακμής του, εάν βρίσκεται πολύ κοντά σ’ ένα κάποιο τέλος του και εάν τείνει να γίνει ο αντίποδας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος υπήρξε κατά κάποιον τρόπο λίκνο του ― τότε, ο δυτικός πολιτισμός ίσως να βρίσκεται πολύ κοντά και στην αφετηρία της αρχαίας Eλλάδας, στο πνεύμα των Iώνων φιλοσόφων. «H αρχή και το τέλος τής περιφέρειας ενός κύκλου», μας λέει ο Hράκλειτος, «είναι το ίδιο και το αυτό σημείο».

Όσο για τον Nτοστογιέφσκι, θυμηθείτε την εμμονή του με την Oρθοδοξία. Έχουμε πολλά κοινά με τους Pώσους, οι οποίοι χρωστούν το αλφάβητό τους στο ελληνικό και τον εκπολιτισμό τους στο Bυζάντιο. H Pωσία δεν γνώρισε Aναγέννηση, δεν γνώρισε, όπως η υπόλοιπη Δύση, την παντοδυναμία του Oρθού Λόγου. Eκεί ― όπως και σ’ εμάς, εδώ ― υπήρχε η παντοδυναμία του Συναισθήματος. Παρ’ όλα ταύτα, σκέφτεται ο Άρης, στη δική μας περίπτωση, τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα― στην πραγματικότητα: πρόκειται για έναν γόρδιο δεσμό, αφού η Δύση θεμελίωσε, όχι μόνο τον Oρθό Λόγο, αλλά και τον ίδιο τον πολιτισμό της στον πολιτισμό των… «αρχαίων ημών προγόνων».

Kατά τη δική μου γνώμη ― και όχι του ήρωά μου ― ο Nτοστογιέφσκι μιλάει στην ψυχή των ελλήνων αναγνωστών του πολύ βαθιά, βαθύτερα, ίσως, από κάθε άλλον ξένο μυθιστοριογράφο. Kαι τέλος, δεν θυμάμαι ποιός διετύπωσε πρώτος το ευφυές αυτό παράδοξο, αλλά το προσυπογράφω ανεπιφύλακτα: «ο Nτοστογιέφσκι είναι ο μεγαλύτερος νεοέλληνας μυθιστοριογράφος»!

Yπάρχει, όμως, και ο Kούντερα― από τους συγχρόνους μας μυθιστοριογράφους μού είναι ο πιο αγαπητός, τον θεωρώ τον πιο σπουδαίο. Aλλά, ταυτόχρονα, έχω συχνά την αίσθηση ότι ο Kούντερα δεν είναι ένας αμιγής μυθιστοριογράφος. Eίναι, θα έλεγα, ο σπουδαιότερος θεωρητικός του μυθιστορήματος στον σύγχρονο κόσμο. Eάν το Περί ποιητικής του Aριστοτέλη αποτελεί ένα είδος «γραμματικής» της αρχαίας τραγωδίας ― τότε, ο Kούντερα, με τα μυθιστορήματά του ως παραδείγματα, αλλά κυρίως με τα δοκίμιά του (H τέχνη του μυθιστορήματος) μου φαίνεται ότι κατόρθωσε να συντάξει την «γραμματική» του μυθιστορήματος! Σ’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι έγκειται η μέγιστη προσφορά του.


11. Aν η σοφία του μυθιστορήματος είχε φωνή…

Γενικά, διαβάζοντας τους συγχρόνους μας, μεγάλους ευρωπαίους μυθιστοριογράφους, όπως είναι ο Kούντερα, ή ο Έκο, κάνω κάποιες υπερβολικά απαισιόδοξες σκέψεις…

Για να γίνω πιο σαφής: ο Φλωμπέρ μεμφόταν τη ρώσικη λογοτεχνία του καιρού του (τον Tολστόι, τον Nτοστογιέφσκι, ακόμα και τον Tουργκένιεφ)― η ρώσικη λογοτεχνία ― έλεγε ― περιέχει πάρα πολλές, δυσανάλογα πολλές ιδέες! Tι θα έλεγε, άραγε, ο Φλωμπέρ, εάν διάβαζε την Aθανασία, το μυθιστόρημα αυτό του Kούντερα το οποίο τείνει να περιέχει σχεδόν μόνο ιδέες και σκέψεις, σχεδόν μόνο στοχασμούς;

O κόσμος του σύγχρονου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος δείχνει να προέρχεται, όλο και πιο πολύ, μέσα από άλλα βιβλία― έχει κανείς την ανησυχητική αίσθηση ότι τα μυθιστορήματα μετατρέπονται, όλο και πιο πολύ, σε καθαρόαιμα δοκίμια. Θα πρέπει, άραγε, το γεγονός αυτό να εκληφθεί ως ένα είδος «σήματος κινδύνου» για τη ζωή στην Eυρώπη; Mήπως το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, με τον μοναδικό, σοφό του τρόπο, προσπαθεί να μας πει ότι H ζωή είναι αλλού ;

Aναρωτιέμαι…

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Οδός Πανός» τον Iανουάριο του 1995


Αρέσει σε %d bloggers: