Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΓΕΝΙΑ ΜΟΥ…, Αλέξης Ζήρας, «Η Αυγή της Κυριακής»

Αλέξης Ζήρας:

Μια παρωδιακή, λοξή τριλογία

φωτ.: entefktirio.blogspot.com, 14.10.2009

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η γενιά μου: Κομματάκια, Διόδια, Τα Τζιτζίκια. Εκδόσεις Κέδρος, 2003.

Από το 1979, όταν ο Αλέξανδρος Κοτζιάς μου έσπρωξε πάνω στο τραπέζι του ένα σεμνό στην εμφάνισή του, λιγοσέλιδο βιβλίο, τα Κομματάκια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, προτείνοντάς μου να το παρουσιάσω στην «Καθημερινή», πέρασαν εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια. Τότε ακριβώς είχε εμφανιστεί μια μικρή ομάδα νέων στην ηλικία πεζογράφων ― ο Πέτρος Τατσόπουλος, με τους Ανήλικους, το 1978· ο ΄Αρης Σφακιανάκης με το΄Οταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ, το 1981· ο Φαίδων Ταμβακάκης με την Ευμορφία, το 1982: οι υπόλοιποι συνομίληκοι συγκεντρώθηκαν με κάποια καθυστέρηση, προς το τέλος της δεκαετίας του ’80. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι από αυτούς που ήδη ανάφερα οι τρεις πρώτοι εμφανίστηκαν σαν ήταν προσυνενοημένοι· την ίδια χρονική στιγμή αλλά και, προπάντων, με ορισμένα παρόμοια θεματικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά στα πεζά τους. Εκεί έδειχναν τουλάχιστον μια συγκροτημένη στέρεα αντισυμβατική νοοτροπία, μα και μια αντισυμβατική γραφή που έπαιζε διαρκώς πάνω στην κλίμακα της παρωδίας και της οξύτατης ειρωνίας.

Τα Κομματάκια, όπως και τα επόμενα δυο βιβλία του Ραπτόπουλου, όντως συγκροτούν μια ιδιαίτερη ενότητα στο έργο του. Σωστά λοιπόν τα συστέγασε, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι μεταξύ τους διαφορές. Στα πρώτα πεζά του υπάρχει, και μάλιστα ευδιάκριτα, μια ποιητική αντίληψη του αφηγηματικού χρόνου. Σε ορισμένα από αυτά, λόγου χάριν, ο αναστοχασμός του νεαρού προσώπου ή η ενδιάθετη περιγραφή μένουν ανοιχτά στο τέλος, πράγμα που υποδαυλίζει τη συνειρμική συμμετοχή του αναγνώστη. Αλλά γενικά,μπορούμε να πούμε ότι όπως και στους άλλους νέους πεζογράφους έτσι και σ’ αυτή την πρώτη περίοδο της επιθετικής εισόδου του στη λογοτεχνία, ο Ραπτόπουλος κατευθύνεται από την εύλογη ανάγκη να μιλήσει με μια γλώσσα διαφορετική. Ας έχουμε υπ’ όψη μας ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία υποχωρεί διαρκώς ο τύπος της μοντερνιστικής, πολυεστιακής και πολυγλωσσικής μυθοπλασίας ― ο αφηγητής εκφράζεται με την ίδια, καθημερινή γλώσσα των προσώπων του ― ενώ αναδύεται σταθερά ο τρόπος της άμεσης περιγραφής που δεν αφήνει σκιές στα διαδραματιζόμενα και που προπάντων δεν επιδιώκει τη δημιουργία του φροντισμένου επίμονα στυλ. Στοιχεία που συνιστούν μερικές από τις ουσιαστικότερες αποκλίσεις από τους τρόπους γραφής των σημαντικότερων διηγηματογράφων και μυθιστοριογράφων του μεταπολέμου.

Αυτή η απέκδυση της γλώσσας από την τονική ποικιλία που της έδωσαν προηγούμενοι συγγραφείς ― από τον Στρατή Τσίρκα ως τη Μάρω Δούκα ή τον Νάσο Θεοφίλου ― είχε προφανώς τα υπέρ και τα κατά της. Η αναπαραστατική τέχνη έγινε πιο συγκεκριμένη, πιο συμπαγής· εστιαζόταν στο μικρόκοσμο της καθημερινής ζωής μ’ έναν τρόπο άμεσο· έχανε όμως, από την άλλη μεριά την υποβλητική δύναμη που αντλούσε κυρίως από τις συνεχείς καταβυθίσεις της μοντερνιστικής πεζογραφίας στο ανθρώπινο φανταστικό. Στα Διόδια και στα Τζιτζίκια, που ακολούθησαν τα σχεδόν εφηβικά Κομματάκια, δεν λείπουν τα πρόσωπα των ιστοριών. Όμως, οι διαφορές στην παρουσίασή τους, από τον ένα στον άλλο, από αγόρι σε αγόρι, από αγόρι σε κορίτσι, ή από ενήλικο σε ενήλικο, είναι μικρές. Θα έλεγε κανείς πως στο προσκήνιο της μυθοπλασίας εμφανίζονται περισσότερο τύποι ηλικιών ή ομάδες προσώπων που έχουν, πάνω κάτω, κάποια στερεότυπα επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά. Ως ψυχικά στίγματα και ως συμπεριφορές. Τα παιδιά ψάχνονται και αναζητούν· οι γονείς βιάζονται να αποκαταστήσουν τις γέφυρες διαδοχής των γενεών. Υπάρχει λοιπόν στη διαστρωμάτωση των βιβλίων του Ραπτόπουλου, όπως και γενικότερα στον τυπολογικό του ιστό, κάτι το έντεχνα απλό και λιτό, και αυτό περνάει επίσης με τη μορφή της αφηγηματικής οικονομίας στην ίδια τη ροή των πραγμάτων. Αποφεύγονται οι κάθετες παλινδρομήσεις στο χρόνο· ακόμα και οι συναισθηματικές εκρήξεις ή οι δραματικές μεταπτώσεις πραγματοποιούνται μ’ ένα ρυθμό ελάσσονος τόνου. Με μια έννοια, θα μπορούσαν όλα να μοιάζουν ακύμαντα και κάπως ισοπεδωμένα: οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, τα ερωτικά πάθη και οι χωρισμοί, οι παρορμητικές αποφάσεις. Αν εδώ κι εκεί δεν άφηναν τα ίδια τα νεαρά πρόσωπα να ακουστούν ορισμένες μονολεκτικές σφήνες ή ατάκες, ειπωμένες δήθεν με πλήξη και ανία, που ξεσκεπάζουν ωστόσο την εσωτερική ένταση· την έκφραση του εφηβικού πανικού πίσω από την προσποιητά ψύχραιμη μάσκα.

Έτσι, θα έλεγα ότι σ’ αυτή την τριλογία η διάχυτη ευκολία με την οποία γίνονται τα πάντα είναι από μόνη της η παρωδιακή, λοξή ματιά του συγγραφέα καθώς ανιστορεί τα πρώτα αδιέξοδα της γενιάς του. Και με αυτή την προοπτική, η κάποια αφέλεια στις αποφάσεις ή η επιδεικτική απουσία συγκίνησης δεν σημαίνουν οπωσδήποτε την ανυπαρξία συναισθηματικού κενού ή άγχους. Και το ένα και το άλλο διατρέχουν σαν υπόγειο μοτίβο τόσο τα περιγραφικά όσο και τα διαλογικά μέρη των ιστοριών του Ραπτόπουλου. Εξάλλου, ο έμπειρος αναγνώστης αυτής της «τριλογίας» γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η κίνηση όλων των παιδιών σημαίνει την απόσπαση από την ασφάλεια, την αθωότητα και τις προγούμενες βεβαιότητές τους και, μέσα από τις ποικίλες συγκρούσεις, την απαραίτητη δοκιμασία που προϋποθέτει το άνοιγμά τους προς τον κόσμο. Στα Τζιτζίκια, φερ’ ειπείν, δεν είναι τυχαίο ότι ως αντίδοτο στο συναίσθημα των πρώτων αδιεξόδων υπάρχει μια σπασμωδική προσπάθεια δημιουργίας ενός μεταιχμιακού γεγονότος που πιστεύουν ότι θα δώσει ένα καινούριο νόημα στη ζωή τους, ρίχνοντάς τα στη λάμψη της δημοσιότητας. Η ληστεία, ή, μάλλον, η παρωδία της ληστείας που ετοιμάζουν, συνδυάζει το δραματικό και το κωμικό ― τουλάχιστον το κωμικό, έτσι όπως μας αφήνει να το δούμε η ματιά του συγγραφέα, αφού συγκεντρωμένες οι αμηχανίες, οι αγωνίες, οι αδεξιότητες και οι ανασφάλειες των εφήβων, συγκλίνουν στο να δυναμιτίσουν εκ των έσω, ακόμα και την ελάχιστη σοβαροφάνεια του εγχειρήματος. Ωστόσο, και με αυτήν έστω την παρωδία μιας ληστείας που τελικά δεν πραγματοποιείται,η αλήθεια είναι ότι χαράζονται τα πρώτα σαφή όρια της προσωπικής ευθύνης. Και συνακόλουθα, τα πρώτα σαφή ίχνη της μαθητείας στην πραγματική ζωή.

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή της Κυριακής», 1.6.2003

Αρέσει σε %d bloggers: