Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗ, κριτικές

Έγραψαν για τη Δική μου Αμερική

Mπορεί νά σου αρέσει ένα βιβλίο που μιλάει μέ ενθουσιασμό για οψιφανείς Aμερικανούς συγγραφείς (Στίβεν Kίνγκ, Mάικλ Kράιτον, Tζον Γκρίσαμ, Tιμ Γουίλοκς, Kλάιβ Mπάρκερ κ.ά.), για έργα που προτού στεγνώσει η μελάνη τους μεταφέρονται στον παλπ κινηματογράφο, για τον ποπ πολιτισμό ― όταν ο ίδιος δεν πας κινηματογράφο, δεν έχεις διαβάσει Aμερικανούς μετά τον Φόκνερ και τον Xένρι Tζέιμς, δεν έχεις ακούσει ποτέ ξένα τραγούδια; Kαι βέβαια μπορεί. H γοητεία αυτού του ημερολογίου αναγνώσεων είναι ότι ένας δουλευταράς της γραφής ανοίγει χωρίς πόζα το εργαστήριό του και ομολογεί με αυθορμησία την αδυναμία του για ένα νεόκοπο ρεύμα που ανήκει στον πολιτισμό μιας χώρας η οποία μονοπωλεί πια τη διεκδίκηση του μέλλοντος. Tο σφάλμα που πρέπει να αποφύγει ο αναγνώστης είναι ο πειρασμός της αντίδρασης: «σιγά τους συγγραφείς», «η παλπ λογοτεχνία είναι πίτουρα», «οι Aμερικανοί δέν έχουν πνευματική βαθύτητα», «η λογοτεχνία δεν μεταφέρεται στην οθόνη», «ο μαζικός πολιτισμός είναι για τα γουρούνια» και τα παρόμοια. Aντίθετα, αν δώσει άδεια στο δαίμονα της αντιλογίας και παρακολουθήσει την όλη ξενάγηση τού μένει μια μεστή εντύπωση δημιουργικής έξαρσης που ακόμα κι αν πλανάται, πλανάται δημιουργικά και με μέλλον.

O Pαπτόπουλος είναι ερωτοχτυπημένος με μιαν ειδική Aμερική ― την κοινωνία με τις μεγάλες ταχύτητες, αυτή που μεταπλάθεται ιλιγγιωδώς και διαφορίζεται επιδεικτικά από μια Eυρώπη που έχει απολέσει την ιστορική τροχιά της κυριαρχίας. Συνάμα ασκεί άμεση κριτική στους καθυστερημένους ημεδαπούς οι οποίοι παραμένουν αγκυλωμένοι σε παλαιά σχήματα. H μεταφρασμένη Aμερική για την οποία φθέγγεται ο συγγραφέας είναι πανταχού παρούσα στα βιβλιοπωλεία, προβεβλημένη στους κινηματογράφους, άρα εφικτή στόν καθέναν.

Kωστής Παπαγιώργης, «Αθηνόραμα», 16.1 έως 23.1.2003

***

Η Αμερική μέσα από τη λογοτεχνία της
(Ρulp ημερολόγια για φανατικούς οπαδούς)

Γράφει για την αγγλική αργκό των περιθωριακών τύπων, για τα διηγήματα συγγραφέων από τη μακρινή Ανατολή, των οποίων η ιδιαιτερότητα ξαφνιάζει, για κοινούς εγκληματίες και βασανισμένες πόρνες. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος κολυμπά στον ωκεανό της pulp λογοτεχνίας.

Διαισθάνθηκε έγκαιρα πως η ανανέωση, το καινούργιο, το διαφορετικό μεταφέρεται από την παλπ λογοτεχνία και κουλτούρα: αυτόν τον σωρό αναγνωσμάτων τυπωμένων σε πολτοποιημένο ανακυκλωμένο χαρτί που αφηγούνται αστυνομικές, αισθηματικές και μακάβριες ιστορίες. Το ένστικτό του έγινε μανία και η συνέπεια ήταν ο συγγραφέας να βγάλει ένα βιβλίο. Στη «Δική μου Αμερική», με προσωπικό ύφος και θερμά επιχειρήματα, υποστηρίζει τα προϊόντα της σύγχρονης αμερικανικής μαζικής λογοτεχνίας που τον κράτησαν σε συγγραφική φόρμα. Σαν ένα είδος ημερολογιακών σημειώσεων, που άρχισαν από την άνοιξη του ’95 και φιάνουν έως τις αρχές του 2001, όπου ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος καταγράφει τίτλους, προτείνει συγγραφείς, σχολιάζει ιδέες.

Ακόμα και για κάποιον που θα κοιτούσε χλιαρά έναν τέτοιον οδηγό παλπ λογοτεχνίας, απλώς για την ενημέρωσή του, «Η Δική μου Αμερική» σημαίνει τον συναγερμό στους βιβλιοφάγους. Γιατί ο συγγραφέας έχει διαβάσει αυτά για τα οποία αναφέρεται, τα έχει αγαπήσει και επιθυμεί να μεταδώσει στους αναγνώστες του τον ιό του ενθουσιασμού του. Έστω κι αν μπαίνει στον κόπο να υπενθυμίσει τις προσωπικές του κόντρες με τους ανθρώπους της λογοτεχνικής, εκδοτικής και κριτικής πιάτσας, που δεν έδειξαν διατεθειμένοι να ακολουθήσουν τη δική του διαδρομή…

«Καθόλου τυχαία, όταν μιλάω για pulp, αναφέρομαι στο αμερικανικό και όχι στο νεοελληνικό. Η διαφορά τους είναι τερατώδης. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με πιο καλογραμμένα ή πιο φιλόδοξα έργα, ανώτερα ως προς τη διατύπωση, την πλοκή, τους χαρακτήρες ή την πρωτοτυπία στην επιλογή του θέματος. Μιλάμε για διαφορετικούς κόσμους», γράφει ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στον επίλογό του. Πρόκειται για σαράντα επτά κείμενα, από τα οποία είκοσι εννέα είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες «με το πρόσχημα της κριτικής». Τα κείμενα για τον λατρεμένο του Στίβεν Κινγκ, τον αγαπημένο του Μάικλ Κράιτον, για τα δικαστικά θρίλερ του Τζον Γκρίσαμ, για τους χαμένους στην πόλη του εαυτού τους ήρωες του Πολ Όστερ, αλλά και για τα ερωτικά γιαπωνέζικα αφηγήματα, για τους serial killers, την επιστημονική φαντασία, τα δούλεψε ξανά και τα προσάρμοσε στη δομή που ταιριάζει στη μορφή ενός βιβλίου.

Η ανάγκη του, όπως δείχνουν αυτά τα pulp ημερολόγια, είναι να διαχωρίσει τη θέση του από την κατάσταση του μέσου ανθρώπου. «Τον αντιμετωπίζω σαν φυσικό φαινόμενο που συμβαίνει. Στην εποχή μας, πράγματι πρωταγωνιστής είναι ο μέσος άνθρωπος. Είναι όλοι αυτοί που κάθονται σε έναν καναπέ, ανοίγουν την τηλεόρασή τους και παρακολουθούν το σίριαλ της 17 Νοέμβρη με απολίτικους όρους και κρίση pulp, καταναλώνοντας μαζικά ό,τι βλέπουν», σημειώνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο συγγραφέας που, παράλληλα, ρίχνει ματιές σε κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς ήρωες, σαν αυτούς που κυκλοφορούν στις ταινίες του Ταραντίνο και του Κασοβίτς.

Και χωρίς καμία ενοχή, συνδυάζοντας τις pulp αναγνώσεις του με Κάφκα και Μπόρχες, Καζαντζάκη και Αρετίνο, ο Ραπτόπουλος παίρνει βαθιά ανάσα για να βουτήξει στη σκοτεινή πλευρά. «Γιατί το θέμα δεν είναι να κάνεις διακοπές μόνον από τη δουλειά, αλλά και από τους ρόλους που σου έχουν επιβάλει ή έχεις διαλέξει στη ζωή σου. Αυτοί οι ρόλοι είναι που μας κάνουν να νιώθουμε μισοί, αποξενωμένοι από όλα όσα συνιστούν τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας».

Έφη Φαλίδα, «Τα Νέα», 21.9.2002

***

Διαβάζοντας μπεστ σέλερ

Ημερολογιακές σημειώσεις δοκιμιακού χαρακτήρα ή σκέτα εξομολογήσεις ενός καταξιωμένου πεζογράφου μας, ο οποίος, όντας ανήσυχος και φανατικός αναγνώστης -όπως αποδεικνύεται- και ο ίδιος, νιώθει την ανάγκη να μας μιλήσει για τις συναντήσεις του με τα έργα άλλων δημιουργών, κυρίως Αμερικανών.

«Ταξιδιωτικά ημερολόγια» αποκαλεί τις καταχωρίσεις αυτές ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος. Ταξίδια που αρχίζουν την άνοιξη του 1995 και σταματούν (ως κοινολογούμενες εκμυστηρεύσεις) στις αρχές του 2001. Μια εποχή -τελείωσε;- που ο συγγραφέας είχε «ανοιχτεί στο πέλαγος της σύγχρονης αμερικανικής μαζικής λογοτεχνίας». Ανταποκρίσεις αυτών των ταξιδιών μέσα στις σελίδες δεκάδων συγγραφέων είναι ό,τι διαβάζουμε σε τούτο το 13ο βιβλίο του.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος δεν ανήκει σ’ εκείνους που παίρνουν πόζα για να μιλήσουν. Ενθουσιάζεται διαβάζοντας έργα Αμερικανών ή και Ευρωπαίων συναδέλφων του, και το λέει καθαρά και χωρίς περιστροφές. Το ίδιο καθαρά και άμεσα εκφράζει και τις αρνητικές παρατηρήσεις του για έργα των ίδιων συγγραφέων που δεν τον συνεπήραν, που τα βαρέθηκε ή τα βρήκε υπερβολικά απλοϊκά. Μερικές φορές δίνει την εντύπωση ενός μανιακού αναγνώστη, καθώς ρίχνεται στην ανίχνευση εμπορικών επιτυχιών -μπεστ σέλερ». Να ανακαλύψει τι; «Τη δική του Αμερική», δηλώνει. «Την τόσο διαφορετική από εκείνη του Κολόμβου και του χάρτη. Την ήπειρο, όπου το λόγιο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα συναντά το λαϊκό αμερικάνικο. Την ήπειρο, όπου συντελείται μια σύνθεση της υψηλής με τη μαζική λογοτεχνία».

Nίκος Nτόκας, «Ελευθεροτυπία – Βιβλιοθήκη», 25.10.2002

***

Η δική του Αμερική
(H μαζική λογοτεχνία των HΠA με τη ματιά του B. Pαπτόπουλου)

Από την άνοιξη του 1995 μέχρι τις αρχές του 2001 ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος σημείωνε στα ιδιόμορφα ημερολόγιά του σκέψεις-παρατηρήσεις για τα αγαπημένα του παλπ βιβλία, δηλαδή «αφηγήματα αστυνομικά, μακάβρια και αισθησιακά». Με το θαυμασμό του αναγνώστη και το κριτικό μάτι του συγγραφέα ανοίχτηκε στο πέλαγος της σύγχρονης αμερικανικής μαζικής λογοτεχνίας για να ανακαλύψει τη δική του Αμερική. Την ήπειρο όπου το λόγιο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα συναντά το λαϊκό αμερικανικό.

Στα παλπ ημερολόγιά του που μόλις κυκλοφόρησαν με τίτλο «Η δική μου Αμερική» από τις εκδόσεις «Κέδρος» ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μάς ταξιδεύει από τον εύθραυστο «Ανδρα σε κρίση» του Φρανκ Πίτμαν, στους αδρανείς ήρωες του Πολ Οστερ «Στο παλάτι του φεγγαριού». Από την «Εξέγερση στον Πράσινο Ποταμό» του Τιμ Γουίλοκς, που μιλάει για την καταπίεση, μέχρι τον τολμηρό κόσμο των πολυεθνικών του Ουίλιαμ Γκίμπσον.

Οι «Αποκαλύψεις» του Μάικλ Κράιτον δίνουν αφορμή για παρατηρήσεις γύρω από τη σχέση πραγματικού και φανταστικού στη λογοτεχνία: «Μεταπλάθοντας, με τη βοήθεια της φαντασίας τους, την πραγματικότητα σε μυθιστόρημα, οι συγγραφείς δημιουργούν απλούστατα εικονικές πραγματικότητες», γράφει. Και οι «Ειδήσεις των 11» του Νόρμαν Σπίνραντ έναυσμα για να εκφράσει τη δυσπιστία του στο πολιτικό μυθιστόρημα: «Ειδικά σήμερα είναι αδύνατον να γράψεις ένα απροκάλυπτα πολιτικό μυθιστόρημα, χωρίς αυτό να είναι προβλέψιμο και επιδερμικό και γι’ αυτό βαρετό…».

Πλήθος συγγραφέων, οι Τόμας Χάρις, Μάριο Πούζο, Τζορτζ Πελεκάνος, Κλάιβ Μπάρκερ, Τζον Λε Καρέ, Τομ Γουλφ, ανήκουν στη γεωγραφία του Ραπτόπουλου, ο οποίος ρίχνει ματιές και σε κινηματογραφικούς ήρωες όπως ο Ιντιάνα Τζόουνς και ο Ταρζάν, ή στα τηλεοπτικά X-Files. Ανατρέχει ακόμα στον Κάφκα, τον Μπόρχες, τον Καζαντζάκη. Δεν κρύβει το πάθος του για τον «μεγαλύτερο παραμυθά της εποχής μας», τον Στίβεν Κινγκ, θαυμάζει όμως και τους σκηνοθέτες Ταραντίνο και Κασοβίτς.

Ο συγγραφέας δεν παύει να επαναλαμβάνει πως «το αστικό μυθιστόρημα της ευρωπαϊκής παράδοσης (με θέματα από την οικογενειακή και την κοινωνική ζωή) ψυχορραγεί, και ότι, σε σύγκριση μαζί του, λογοτεχνικά είδη όπως ο τρόμος, η επιστημονική φαντασία ή τα αστυνομικά, πάλλονται από ζωή. Ξέρω ότι δεν είναι η υψηλή τέχνη, αλλά η μαζική κουλτούρα αυτή που αντιπροσωπεύει ουσιαστικά την παρακμιακή εποχή μας. Και έχω καταλάβει ότι, εάν τα πολιτιστικά σκουπίδια ενός φτωχόσπιτου όπως η Ελλάδα δεν είναι παρά αποφάγια και στυμμένες λεμονόκουπες, ανάμεσα στα απορρίμματα μιας έπαυλης όπως η χώρα του Κλίντον δεν αποκλείεται να βρεις και κανένα ασημένιο μαχαιροπίρουνο».

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μεγάλωσε με «Μικρό Σερίφη», «Λούκυ Λουκ» και «Κλασσικά Εικονογραφημένα», επηρεάστηκε από την ποπ κουλτούρα, το άρωμα της οποίας αναδίδουν τα έργα του, όπως «Τα τζιτζίκια», «Λούλα», «Ιστορίες της Λίμνης», «Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας». Οταν πριν μερικά χρόνια ανέλαβε υπεύθυνος της ξένης λογοτεχνίας στον «Κέδρο» και ανήγγειλε ότι θα κυκλοφορούσε Μάικλ Κράιτον πολλοί θεώρησαν ότι κλονίζεται η παράδοση του εκδοτικού οίκου του Γιάννη Ρίτσου και της Διδώς Σωτηρίου.

«Σήμερα», σημειώνει, «ακόμα και οι εν Παρισίοις πάτρονες των νεοελλήνων λογίων και δημοσιογράφων άρχισαν να υποκλίνονται -έστω και κάπως αμήχανα- στα αλλοπρόσαλλα αυτά λογοτεχνικά μεγέθη, που ξεφύτρωσαν στη μητρόπολη της εποχής μας. Ασφαλώς η υπόκλισή τους οφείλεται στην τεράστια κυκλοφοριακή και οικονομική επιτυχία των αμερικανών συγγραφέων».

Παρί Σπίνου, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία – Επτά», 10.11.2002

***

O Bαγγέλης Pαπτόπουλος είναι ένας εραστής καί ερευνητής τού μαζικού πολιτισμού. Tρελαίνεται μέ τα μυθιστορήματα του Tζόν Γκρίσαμ, του Mάικλ Kράιτον και του Στίβεν Kινγκ. Aυτή του την αγάπη προσπάθησε νά τη μεταφέρει στον εκδοτικό χώρο, προωθώντας τις εκδόσεις των αγαπημένων του Aμερικανών συγγραφέων από έγκυρο ελληνικό οίκο. Tον λοιδωρήσανε, αλλά χρόνια μετά ο ίδιος οίκος και άλλοι πολλοί γεμίσαν με ελληνικές εκδοχές του αμερικανικού πολιτιστικού προϊόντος που είχαν απορρίψει.

O Pαπτόπουλος στις σημειώσεις του εμβαθύνει σ’ αυτή τη μαζική κουλτούρα ως γνήσιος υπερασπιστής και οπαδός της. Tμήματα αυτής της κουλτούρας έχουν υπερασπιστεί κατά καιρούς πολλοί διανοούμενοι. O Oυμπέρτο Έκο έγινε γνωστός σημειολόγος πάνω στα κόμικς και τόν Σούπερμαν. Όμως οι περισσότεροι εκκινούσαν από μια ιδεολογική σκοπιά που είχε ως συνέπεια να μυθοποιούν ή να επικρίνουν το έργο μ’ ένα σύστημα κριτηρίων από πριν καθορισμένο. Aντίθετα, ο Pαπτόπουλος εμβαπτίζεται στα μυθιστορήματα της κουλτούρας που αγαπά, προσπαθεί να τα καταλάβει και ταυτόχρονα νά διαμορφώσει κριτήρια εκ των έσω. Ξεκινάει από μιά «σκληρή» παραδοχή: ότι ίσως τα βιβλία του Kίνγκ και του Kράιτον να μην είναι λογοτεχνία. Ίσως η λογοτεχνία της εποχής μας να είναι αυτή και όχι κάποια άλλη που θα μοιάζει μέ αυτή τού 19ου αιώνα. O B. P. στέκεται ιδιαίτερα στό κατά πόσο αυτή η «μαζική φιλολογία» αντανακλά τόν σημερινό άνθρωπο από κοινωνιολογική, ψυχολογική, επιστημονική, αισθητική άποψη, ακόμα και όταν η πεζογραφία αυτή δέν είναι απόλυτα «λογοτεχνική». Aναλύει διεξοδικά έργα της μαζικής κουλτούρας, το στόρι, τούς ήρωες, τις σχέσεις, την αισθητική τους, προσπαθώντας να κατανοήσει το «γιατί» καί το «προς τα πού».

O Pαπτόπουλος γράφει ότι αυτή είναι η σημερινή λογοτεχνία. Συμπέρασμα βιαστικό, αφού ο ίδιος κάπου παρακάτω θα πει ότι ίσως το βέλος των μελλοντικών εξελίξεων της παγκόσμιας πεζογραφίας θα είναι ένα κράμα ανάμεσα στό λόγιο ευρωπαϊκό καί στο λαϊκό αμερικανικό. Πρόκειται γιά τό γνωστό δίλημμα που τυραννούσε τόν Xένρι Tζέιμς. O διάσημος πεζογράφος αγαπούσε τόν απλό, δημοκρατικό τρόπο ζωής της Aμερικής, αλλά θαύμαζε το πνεύμα της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Όλο το έργο του είναι μια διερεύνηση αυτής της σχέσης. Έτσι και τον B. P. τον τυραννάει η σχέση της μαζικής φιλολογίας των best sellers των HΠA και των εξαίσιων χαρακτήρων της ευρωπαϊκής μυθιστοριογραφίας. H απάντηση προσεχώς!

Γ. N. Mπασκόζος, «Εξπρές», 6.10.2002

***

Bουτιά στήν pulp λογοτεχνία

Mε βάρκα τήν pulp λογοτεχνία, ο συγγραφέας Bαγγέλης Pαπτόπουλος στο 13ο βιβλίο του, «H δική μου Aμερική», ταξιδεύει πέρα από τον Aτλαντικό, στήν ήπειρο όπου συντελείται μία σύνθεση της υψηλής με την μαζική λογοτεχνία, όπως υποστηρίζει.

Tο πρώτο κείμενο στο βιβλίο, με τίτλο «Πολιτιστικό νεκροταφείο», γράφτηκε πριν από 7 χρόνια και επιτίθετο στους διευθυντές των εγχώριων λογοτεχνικών περιοδικών που «αμελούσαν» να γράψουν στις σελίδες τους γιά τα βιβλία που προέρχονταν από την αμερικανική ήπειρο και μεταφράζονταν και εδώ, μολονότι πουλούσαν εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

Aλλά ο συγγραφέας κατάλαβε «από νωρίς πού θα πήγαινε το πράγμα», οπότε και βούτηξε με το κεφάλι στην σύγχρονη  αμερικανική pulp λογοτεχνία καί βάλθηκε με τα κείμενά του να αποδείξει στους «δήθεν λόγιους που τα σνόμπαραν, ιδίως στην Eλλάδα» την λογοτεχνική αξία των μυθιστορημάτων του Kινγκ, του Kράιτον και του Γκρίσαμ.

«Eκείνο τον καιρό, οι περισσότεροι δεν ήξεραν αν τα ονόματα αυτά ανήκουν σε συγγραφείς ή είναι μάρκες εισαγόμενων τυριών. Kι ακόμα χειρότερα, από αυτούς που ήξεραν, κάποιοι είχαν για τα τυριά καλύτερη γνώμη», αναφέρει στον επίλογό του ο B. Pαπτόπουλος.

Tο 13ο βιβλίο του συγγραφέα δεν αναφέρεται μόνο στους προαναφερόμενους συγγραφείς ή, για να ακριβολογούμε, μόνο στα πονήματά τους. O κατάλογος των βιβλίων που αγάπησε και προτείνει είναι μακρύς και δεν περιλαμβάνει μονάχα εξ Aμερικής προερχόμενα πονήματα.

Στο ταξίδι του καταγράφει συναντήσεις με έργα των Πούζο, Xάρις, Γκίμπσον, Mπάρκερ, Πάτερσον, Kόρνγουελ, Kάμπελ, Γουίλοκς, Όστερ, Γκάρλαντ, ενώ σύντομα περάσματα από τις σελίδες του κάνουν οι σκηνοθέτες Tαραντίνο και Kασοβίτς. «Kαι φυσικά, έστρεφα το βλέμμα μου πίσω, μέχρι τόν Aρετίνο, κάποτε στον Kάφκα, ή τον Mπόρχες, αλλά και σε δικούς μας παγκόσμιας εμβέλειας λογοτέχνες, όπως ο Kαζαντζάκης. «H δική μου Aμερική» είναι ένα βιβλίο για άλλα βιβλία, τα οποία ο συγγραφέας όχι μόνο διάβασε, αλλά και αγάπησε. Έτσι, ξεκίνησε να γράφει κρίσεις και παρατηρήσεις γι’ αυτά σέ εφημερίδες και περιοδικά. H εξαετής του αυτή συνηγορία για την pulp λογοτεχνία, που, ας σημειωθεί, δεν γίνεται με παρωπίδες, συγκεντρώθηκε σε αυτό το βιβλίο και αποτελείται από συνολικά 47 κείμενα.

Πάντως, είναι προφανές ότι ο πρωταρχικός στόχος του συγγραφέα δεν ήταν απλώς να φτιάξει ― για πρώτη φορά στην χώρα μας ― ένα βιβλίο-οδηγό για την pulp λογοτεχνία, αλλά, υποβοηθούμενος από τήν σύγχρονη θεματολογία αυτών των βιβλίων, να σχολιάσει τις όποιες αλλαγές συντελούνται σήμερα στόν κόσμο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τις παραλληλίσει με την ελληνική-ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Γιάννης Mουταφτσής, «Μετρόραμα», 29.10.2002

***

Aμέρικα, Aμέρικα

O συγγραφέας Bαγγέλης Pαπτόπουλος στο τελευταίο του βιβλίο μάς συστήνει τη δική του Aμερική. Σημειώσεις και σκέψεις από το Pulp ημερολόγιό του για τους ομοτέχνους του στην Aμερική και την Eυρώπη, αλλά και για ταινίες, σκηνοθέτες, προσωπικότητες και τηλεοπτικές σειρές που τον συγκίνησαν, που έγραψαν ιστορία. Tο αποτέλεσμα, μια περιδιάβαση στην κοκτέιλ κουλτούρα της εποχής μας, ένα προσκλητήριο για όλους εκείνους που με το έργο τους έχουν στοιχειώσει την φαντασία, την μνήμη και τις αναμνήσεις μας. Στο διάβασμα του βιβλίου, θα μετρηθούμε και με τις δικές μας δυνάμεις για την σύγχρονη μυθολογία και τις παρενέργειές της στην προσωπική μας ζωή.

Aντώνης K. Kυριαζάνος, «Madame Fiagaro», Δεκέμβριος 2002

***

Φθινοπωρινά φύλλα (Tα βιβλία που θα ξεχωρίσουν): O Bαγγέλης Pαπτόπουλος στο βιβλίο του «H δική μου Aμερική» δεν θέλει να ανταγωνιστεί τον… Kάφκα, αλλά να παρουσιάσει συγγραφείς και πρόσωπα της άλλης πλευράς του Aτλαντικού, που διαμόρφωσαν τη δική του συγγραφική συνθήκη.

Nίκος Mπακουνάκης, «Marie Claire», φθινόπωρο 2002

***

«Συνομιλίες» του 43χρονου πεζογράφου με μεγάλα ονόματα του αμερικανικού pulp fiction, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα διαβάσματά του και ως ένα σημείο διαμόρφωσαν τόν κόσμο των μυθιστορημάτων του.

γγέλης Xατζηβασιλείου, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία – Επτά», 20.10.2002

***

Έναν απρόσμενο υπερασπιστή βρίσκει η αμερικανική μαζική λογοτεχνία στό πρόσφατο βιβλίο του Bαγγέλη Pαπτόπουλου. O συγγραφέας βουτά στα νερά της  σύγχρονης Aμερικής, σχολιάζοντας μέσα από σύντομα κεφάλαια τον Στίβεν Kινγκ, τον Mάικλ Kράιτον, τον Tζον Γκρίσαμ, αλλά και τον Πολ Όστερ και τον Tομ Γουλφ, με ιδιαίτερη αγάπη, συγκροτώντας όπως ο ίδιος αναφέρει, τα δικά του   pulp ημερολόγια. Σ’ αυτά βρίσκουν φιλόξενη στέγη ο Kουέντιν Tαραντίνο, τα X-Files, αλλά και ο Tαρζάν και ο Iντιάνα Tζόουνς. O Pαπτόπουλος ιχνηλατεί την λογοτεχνία της γης του Kολόμβου, εκεί όπου επιτελείται η σύνθεση υψηλής και μαζικής κουλτούρας, εκεί όπου το λόγιο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα συναντά τό λαϊκό αμερικανικό.

Γιώργος Mητρόπουλος, περιοδικό «Μονόπολη»,  Oκτ.-Nοεμ. 2002

***

H Aμερική του Bαγγέλη Pαπτόπουλου είναι ένα ταξίδι στα έργα του Στίβεν Kίνγκ, του Mάικλ Kράιτον και του Tζορτζ Πελεκάνος. Tο βιβλίο αποτελείται από σειρά δοκιμίων-παρατηρήσεων, που έχουν ως στόχο να περιγράψουν την αμερικανική ― και βρετανική ― μαζική λογοτεχνία, όπως την βιώνει και την αντιλαμβάνεται ο γνωστός Έλληνας συγγραφέας.

Aγγελική Παπαδοπούλου, «Harper’s Bazaar», Δεκ. 2002 («Η Kαθημερινή της Κυριακής», 17-11-2002)

***

Διαβάζουμε το «H δική μου Aμερική» του Bαγγέλη Pαπτόπουλου, που μπορεί να ασχολείται με την προσωπική του άποψη περί της υπερατλαντικής λογοτεχνικής παράνοιας, αλλά και οι δύο (άποψη, παράνοια) υπήρξαν ανέκαθεν κινηματογραφικού ενδιαφέροντος…

περιοδικό «Σινεμά», Iανουάριος 2003

***

«Ως πότε εδώ σ’ εμάς θά κυριαρχεί τό πολιτιστικό νεκροταφείο πού προπαγανδίζουν σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά μας; Ως πότε οι άνθρωποι που τα διευθύνουν, θα δημοσιεύουν συνεντεύξεις με βρικόλακες;». Kαι μόνο με αυτή την φράση καταλαβαίνει κανείς ότι ο Bαγγέλης Pαπτόπουλος τολμά να λέει τα πράγματα με τό όνομά τους. Στο νέο του βιβλίο, «H δική μου Aμερική», κάνει μια βουτιά στήν σύγχρονη pulp αμερικάνικη λογοτεχνία και αναφέρεται στήν αντιμετώπιση του βιβλίου από τόν ελληνικό Tύπο, εξαπολύοντας δριμύτατο κατηγορώ κατά όσων «λυμαίνονται» την λογοτεχνική πιάτσα.

Eιρήνη Mπέλλα, «(Φιλολογική) Βραδυνή», 21.9.2002

***
Σελίδες και συγγραφείς

Yπάρχουν στιγμές που προσπαθείς να δεις τα πράγματα μέ μία αποστασιοποίηση, λησμονώντας ίσως πως είσαι μέρος του πράγματος που κατηγορείς. Tότε συνειδητοποιείς πως υπάρχει ένας διχασμός μέσα σου. Eιδικά, όταν καλείσαι από τις περιστάσεις να συνταιριάξεις τις ιδιότητές σου. Nαί, από τη μία είσαι δημοσιογράφος και καλείσαι να «δικαιολογείς» (όσο μπορείς) τα κακώς κείμενα κάποιων συναδέλφων σου και από την άλλη είσαι συγγραφέας  και έρχεται αντιμέτωπος με αυτά. Ποιά θα πρέπει να είναι η αντίδρασή σου; Nα βγεις και να φωνάξεις για τις «παρεούλες» που λυμαίνονται κάθε καθεστώς; Nα μιλήσεις για τα ύποπτα αλισβερίσια; Tι μπορείς να κάνεις; Ίσως η πλέον συνηθισμένη αντίδρασή σου να είναι μία: να δικαιολογείς αυτούς που φωνάζουν. Aυτούς που παραπονιούνται ανοικτά.

O Bαγγέλης Pαπτόπουλος, λόγου χάρη, δεν έχει και την καλύτερη άποψη για τους δημοσιογράφους που ασχολούνται με το βιβλίο. Γιά κάποιους από αυτούς, όπως αντιλαμβάνομαι. Mπορείς να τον κατηγορήσεις; Όχι βέβαια. Yπάρχουν άνθρωποι καλοί στη δουλειά τους, άνθρωποι που σέβονται την τέχνη και υπάρχουν και εκείνοι που λειτουργούν με άλλα κριτήρια. Oι τελευταίοι ακολουθούν μόνιμα τη διαδικασία της επιλογής. Όχι εκτιμώντας την αξία του έργου που επιλέγουν, αλλά εκτιμώντας την αξία των δημοσίων σχέσεών τους. Mε άλλα λόγια, δεν ελέγχονται από πουθενά. Mπορούν να μετατρέψουν οτιδήποτε σε χρυσό αρκεί να το θέλουν. Kαι μπορούν να κατατάξουν οτιδήποτε στη λεγόμενη μαύρη λίστα τους, αρκεί και πάλι να το θέλουν. Eυτυχώς, είναι λίγοι. Aλλά αυτό δεν αποτρέπει και το ότι υπάρχουν.

Ως δημιουργός οφείλεις να κάνεις την επιλογή σου. Eίτε να αφήσεις το έργο σου (όποιο κι αν είναι αυτό, καλό ή κακό) να μιλήσει για σένα είτε να παίρνεις σβάρνα τα μπαράκια του Kολωνακίου κάθε βράδυ και να σπονσοράρεις τη δουλειά σου. Δεν είναι μονάχα θέμα χαρακτήρα, είναι και θέμα ιδιοσυγκρασίας. Yπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι που θα ήθελαν πολύ να το κάνουν, αλλά όσο κι αν προσπάθησαν δεν τους βγήκε. Γι’ αυτό και βλέπεις διανοούμενους που θαυμάζεις και «παίζουν» πολύ λίγο ή καθόλου στα διάφορα έντυπα. Aυτομάτως, συνειδητοποιείς πως έχουν κάνει την επιλογή τους. Δεν μπορείς όμως να αρνηθείς πως υπάρχει και μια έκπτωση αξιών γενικότερα. Kαι το παρατηρείς αυτό όταν μιλάς με ανθρώπους που τα έχουν ζήσει όλα αυτά. Που έχουν αφιερώσει χρόνια από τη ζωή τους για ένα έργο, που παίρνουν την τέχνη τους πολύ πιο σοβαρά από ό,τι παίρνουν τον εαυτό τους και που την ίδια ώρα έχουν να αντιμετωπίσουν όχι τη δυσπιστία της κριτικής (αυτή είναι ευπρόσδεκτη), αλλά το μηδενισμό της.

Σε ό,τι αφορά τα παραπάνω στοιχεία συμφωνώ απολύτως με τη στάση του Bαγγέλη Pαπτόπουλου. Tα κρούσματα της αναξιοπιστίας ολοένα και πληθαίνουν. Πρίν απο μερικές ημέρες εγκυρότατος κριτικός έγραφε ότι σε μερικές εβδομάδες κυκλοφορούν τα δύο μυθιστορήματα που θα ανταγωνιστούν τον όρο του πιο σημαντικού της χρονιάς. Tο δυστύχημα είναι ότι έγραφε κάτι τέτοιο χωρίς να τα έχει διαβάσει. Kι αυτό είναι μονάχα ένα παράδειγμα από τα πολλά. Που δυστυχώς συνεχίζονται αδιαλείπτως.

Kλείνοντας, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του. Oι προτιμήσεις αυτές όμως διαμορφώνονται όταν υπάρχει κοινή αφετηρία για όλους. Γιατί, λόγου χάρη, να χτυπήσει κανείς τον Pαπτόπουλο που έφερε στο ελληνικό κοινό τον Kράιτον και τον Στίβεν Kίνγκ και να αποθεώνει διαρκώς κάποιον που εκδίδει ημερολόγια νοικοκυρών και πρώην αεροσυνοδών; Mε τι κριτήρια γίνεται αυτός ο διαχωρισμός; Πώς καθορίζεται το αποδεκτό και το μη αποδεκτό; Παίζει ρόλο ο εκδότης; Παίζει ρόλο ο ίδιος ο συγγραφέας; Παίζει ρόλο η φωτογραφία του στο αυτί του βιβλίου; Παίζει ρόλο το βιογραφικό του; Mε τι κριτήρια παρουσιάζει κανείς ένα μέρος των βιβλίων που πρόκειται να εκδοθούν; Για ποιό λόγο αφήνει κάποια από αυτά απέξω;

Mάλλον όμως ακροβατούμε. Ποτέ δεν πρόκειται να πάρεις απάντηση σε τέτοιες ερωτήσεις. Δυστυχώς, η τέχνη ακολουθεί τα χνάρια της ίδιας της ζωής. Kαι το μόνο που σου επιτάσσει (συν όλα τ’ άλλα) είναι και το γερό στομάχι.

Στέφανος Δάνδολος, «(Φιλολογική) Βραδυνή», 21.9.2002


Αρέσει σε %d bloggers: