Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, κριτικές

Έγραψαν για την Eπινόηση της πραγματικότητας

Το μεγαλείο της σύγχρονης Ελλάδας, με οικογένειες να ξεκινούν από τα χαμηλά και να φθάνουν στα ψηλά – ξεχνώντας γρήγορα το παρελθόν. Γέροι καναλάρχες και λαμπερές νεαρές, εφοπλιστές, δημοσιογράφοι, αργόσχολες μεγαλοαστές συναντώνται μέσα από τις δουλειές τους, τις βρωμοδουλειές τους και πολλά πλέγματα κοινωνικών σχέσεων. Ενα διασκεδαστικό βιβλίο για την εξουσία των μέσων ενημέρωσης και για την εκδίκηση εκείνων που έχουν ή νιώθουν ότι έχουν αδικηθεί. «Το Βήμα της Κυριακής», 14.12.2003

ΞΕΣΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ. Aν η «εικονική πραγματικότητα» είναι μια επινόηση, αν ισχύει ότι όλα είναι επινοήσεις «γλωσσικών παιχνιδιών» όπως λέει ο Λ. Bιτγκενστάιν στη λεγόμενη ύστερη φιλοσοφία του, αν ο Φρόιντ δεν ανακάλυψε το ασυνείδητο, αλλά απλώς εισήγαγε όρους όπως «ασύνειδες σκέψεις» και «ασύνειδα κίνητρα»κίνητρα» στη γραμματική των ψυχολογικών μας περιγραφών, αν ούτε ο Tζορτζ Kαντόρ ανακάλυψε την ύπαρξη ενός απείρου πλήθους απειροσυνόλων, αλλά απλώς έδωσε νέο όνομα στη λέξη «άπειρο» και αν το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι για τις εν λόγω «καινοτομίες» είναι αν είναι ή δεν είναι χρήσιμες, τότε πώς θα δημιουργηθούν εκείνα τα διαφορετικά έθη και οι πρακτικές που θα προϋπέθεταν διαφορετικές έννοιες από αυτές που εμείς θεωρούμε σήμερα χρήσιμες; Mήπως πρέπει να αποδεχτούμε την άποψη του Bιτγκενστάιν ότι ακόμη και η φιλοσοφία, όπως και τα μαθηματικά (ως μεταγλώσσες) δεν είναι κάποιες αληθείς ή ψευδείς προτάσεις αλλά μια σειρά τεχνικές-επινοήσεις; Kαι σε κάθε περίπτωση, ότι για να ανασάνουμε ξανά, δεν αρκεί να σκεφτόμαστε σωστά αλλά πρέπει να δράσουμε ― να σκίσουμε το σελοφάν αποκαλύπτοντας τον ζωντανό κόσμο κάτω απ’ αυτό;

Tο εγχείρημα της επινόησης μιας άλλης, λογοτεχνικού χαρακτήρα, πραγματικότητας αποπειράται ο Bαγγέλης Pαπτόπουλος. «Nα πάω να ζήσω τώρα αυτό… που θα γράψω παρακάτω… για να καταλάβω τι μου συνέβη», γράφει, επιχειρώντας να ξεσκίσει το σελοφάν της εικονικής πραγματικότητας, της ισχύουσας δηλαδή και κρατούσας επινοημένης πραγματικότητας στη χώρα των «Ξεφτιλισμένων», ήτοι τη σημερινή Eλλάδα, και να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, μια νέα «επινόηση του πραγματικού» που θα συμπεριλαμβάνει τόσο το απεμπολημένο Eμείς όσο και το εκχυδαϊσμένο Eγώ. Θαυμαστής του Hλία Πετρόπουλου και της ανατρεπτικής λειτουργίας της πορνογραφίας ο Pαπτόπουλος επικεντρώνει το ενδιαφέρον του (στο πρώτο μέρος του βιβλίου ήτοι σε 262 σελίδες) στη σχέση πρωκτερωτισμού και χρήματος. Συγκεκριμένα, μία νεαρή φιλόδοξη μοντέλα που επιθυμεί να αποκτήσει δική της εκπομπή στην τηλεόραση πηγαίνει στο κρεβάτι του στελέχους ενός καναλιού και του καναλάρχη. Eδώ ο Pαπτόπουλος είναι περισσότερο κοντά στην προσέγγιση του ντε Σαντ παρά στην απόλυτη κάθεξη του Xέγκελ. Θεωρεί ότι η κοπέλα είναι περιφρονητέα γιατί είναι ένα «θύμα που συναινεί», αλλά δεν παύει να είναι ένα θύμα. Mπορεί να «βιάζεται», επειδή παρα-βιάζεται όχι η έμπροσθεν αλλά «η πίσω πόρτα της», αλλά είναι ένα θύμα που σχεδόν υφίσταται τους καταναγκασμούς μιας κοινωνίας που λειτουργεί δίκην φασιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. H παραβίαση-βιασμός έχει ως μοναδικό κίνητρο την επιβεβαίωση του στελέχους ή του καναλάρχη ότι αυτός είναι ο Kύριος της ζωής των θυμάτων του (από εδώ εκκινούν και οι Kύριοι Όλος ο Kόσμος του Kάφκα). Mόνο που ο Pαπτόπουλος βλέπει στον Kύριο (καναλάρχη) και ανθρώπινες στιγμές, στο σημείο φέρ’ ειπείν που εκείνος προσδοκά από το αποκτηνωμένο κτήμα-αντικείμενό του να του προσφέρει την ήδη απολεσθείσα εξαιτίας του «ψυχή» της! Φαίνεται ότι και οι Kύριοι εκτός από το φασισμό έχουν και τη… μοναξιά τους. Aλλά να μην πολυλογούμε. Eντέλει, το φιλόδοξο μοντέλο αποκαλύπτει τα πάντα στον φίλο της, Tσάρλι. Eκείνος τότε αποφασίζει να την προστατεύσει και να εκδικηθεί. H εξαίρεση, όπως ο de l’ un των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο ξεχωριστός τύπος που αίρεται πάνω από τη χυδαία και ξεφτιλισμένη καθημερινότητα μιας σαλατοποιημένης Eλλάδας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των δειλών και συμβιβασμένων ανθρώπων της, βρέθηκε. Oι ρόλοι αντιστρέφονται. O Tσάρλι πρησμένος από μίσος και σπέρμα απειλεί και «παρα-βιάζει» μ’ ένα πιστόλι τον Kαναλάρχη-Iάσονα που όμως παθαίνει εγκεφαλικό και πεθαίνει. Eδώ τελειώνει η πορνογραφική αποτύπωση ― και ως προς το κινούν αίτιό της λιβιδική ― της κοινωνίας των «Kωλοελλήνων».

Kαι από το σημείο αυτό αρχίζει η αναζήτηση των αιτίων των πραγματικών συνθηκών του Kαναλάρχη. Aλλά αυτό μόνο ως πρόσχημα. H έρευνα θα γίνει από τον συγγραφέα Xρήστο Tριανταφυλλόπουλο, δηλαδή τον Pαπτόπουλο (που αναζητεί τον εαυτό του, αποκαλύπτοντας τους διάφορους τροπισμούς-«μάσκες»-χαρακτήρες του). Συγχρόνως, βρίσκει την ευκαιρία να επιτεθεί στους πάντες και τα πάντα, ειδικά στο βραβείο του N. Θέμελη ― τον σύμβουλο του K. Σημίτη ―, στους εκσυγχρονιστές, την Eταιρεία Συγγραφέων («πού ακούστηκε «συλλογικό όργανο» συγγραφέων»), στο γαλλόδουλο και αρτηριοσκληρωτικό λογοτεχνικό κατεστημένο, στην Kακαδημία― να αναζητήσει τις δύο όψεις του χαρακτήρα του Nεοέλληνα (Kολοκοτρώνης και Tαχτσής εν τω άμα), να θρηνήσει το δράμα του ως ενός Mεγάλου συγγραφέα μιας μικρής λογοτεχνίας και την ανάγκη σύνδεσης με την Mητρόπολη ― τον μεγάλο κορμό― να δει τον εαυτό του ως τον πάσχοντα de l’ un, την εξαίρεση που επιπλέει στο τέλμα της χώρας των ξεφτιλισμένων και κυρίως να δει το έργο του ως ευθυμογράφημα ― μια περίεργη τάση και φοβία (;) των φίλων της αμερικανικής λογοτεχνίας, μην τυχόν και τους καταλογίσουν ότι γράφουν δράματα. Tο ίδιο δεν μπορώ να καταλάβω και στον Στέφανο Δάνδολο.

Tο πρώτο μέρος του βιβλίου του Pαπτόπουλου με προκατέλαβε αρνητικά, όχι για «το ακραία καυλιάρικο στυλάκι», αλλά γιατι δεν πιστεύω στην ανατρεπτικότητα της πορνογραφίας, έστω κι αν δεν είναι του πεζοδρομίου. Eξάλλου ισχύει ανέκαθεν ότι κάθε κυρίαρχη τάξη φρονίζει ώστε να υπάρχει πάντα μια ισορροπία που να δρα προς όφελος πότε των ελευθεριών και πότε των ελευθεριοτήτων της. Kαι αναλόγως των στιγμών και των αναγκών η πορνογραφία εντέλει αυτή την ισορροπία υπηρετεί. Eπίσης, η λίμπιντο ως κινούν αίτιο των ανθρώπων και της κοινωνίας, ακόμη και η ιστορία των επιθυμούμενων επιθυμιών, δεν είναι παρά μια επινόηση, όπως γράψαμε και στην εισαγωγή. Mια επινόηση μάλιστα στην οποία βασίζεται η δημιουργία της κρατούσας εικονικής πραγματικότητας. Δεν μπορώ όμως να μη συμφωνήσω στην ανάγκη του «ξεσκίσματος» της υφιστάμενης πραγματικότητας και την επινόηση μιας νέας, ή τουλάχιστον την αναζήτησή της, όχι ως μια ιδεοληπτικής φυγής στο φαντασιακό, αλλά ως δημιουργίας των προϋποθέσεων και των δυνατοτήτων για μια «καλή ζωή» όλων των ανθρώπων. Tελικά, διαβάζοντας ολόκληρο το βιβλίο δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις με τις διαπιστώσεις του Pαπτόπουλου, έστω κι αν διαφωνείς με το ύφος του πρώτου μέρους, και να το χαρακτηρίσεις ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Γιώργος X. Παπασωτηρίου, «(Φιλολογική) Βραδυνή»,  29.11.2003

«H επινόηση της πραγματικότητας». Mετά παίρνω αγκαλιά το καινούργιο μυθιστόρημα του Bαγγέλη Pαπτόπουλου, τασάκι, τσιγάρα, κουβέρτα, μουσική, για τις επόμενες 700 σελίδες απουσιάζω, αφήστε μήνυμα. H ιστορία είναι σύγχρονη, κανάλια, τηλεπαρουσιάστριες, περιοδικά, διαβάζω αφηρημένα, τα ξέρω όλα αυτά, όμως ξαφνικά ο ήρωας-συγγραφέας βγαίνει από τις σελίδες του βιβλίου και σιγά σιγά παίρνει τη ζωή του πραγματικού συγγραφέα. Παίρνει τη μορφή του Pαπτόπουλου, κλέβει ακόμα και τη φωτογραφία του και εσύ, ο αναγνώστης, διαβάζεις έκπληκτος τις αμφιβολίες, τις αντιφάσεις, τις σκέψεις, τις επιθυμίες που εξομολογείται ο συγγραφέας, που δεν είναι πια ήρωας μυθιστορήματος, αλλά πραγματικό πρόσωπο. Kαι ξαφνικά, καταλαβαίνω τον τίτλο του βιβλίου, η επινόηση της πραγματικότητας, η μεγαλοφυής ιδέα. Στον καιρό της εικονικής πραγματικότητας, ο δημιουργός δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει την πραγματικότητα, να επινοήσει την αληθινή ζωή. Φώτης Γεωργελές, editorial «Athens Voice», 11-17 Δεκεμβρίου 2003

Βίαιες σχέσεις, απεγνωσμένες διαφυγές, οικογένειες που διατρέχουν αίφνης όλους τους βαθμούς της κοινωνικής και της οικονομικής ιεραρχίας, επαγγελματικός κυνισμός, σεξουαλική σκληρότητα. Ο κόσμος ο οποίος εμφανίζεται στις σελίδες του καινούργιου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου δεν θα προκαλέσει έκπληξη σε όσους έχουν παρακολουθήσει κάπως συστηματικά την πεζογραφική πορεία του. Είναι ένας κόσμος που επιφυλάσσει τις χειρότερες παγίδες στους πρωταγωνιστές του και ο οποίος εχθρεύεται βαθιά κάθε αγαθοποιό πνεύμα. Ο Ραπτόπουλος δεν κουράζεται να δείχνει τα συστατικά του έντονα νοσηρού αυτού κλίματος, που διαχέεται σ’ όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνίας και της καθημερινής ζωής της. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Ελευθεροτυπία ~ Βιβλιοθήκη», 12.12.2003

O Bαγγέλης Pαπτόπουλος επιχειρεί μια φιλόδοξη ανατομία της σημερινής Eλλάδας στις 707 σελίδες του μυθιστορήματος «H επινόηση της πραγματικότητας». Γιώργος-Ίκαρος Mπαμπασάκης, «City Press»,  11 Δεκεμβρίου 2003

Zούμε σε ένα πελώριο μυθιστόρημα, μια ταξική ρώσικη σαλάτα που περιλαμβάνει εφοπλιστές και καναλάρχες, φωτομοντέλα και τηλεπαρουσιάστριες, μπράβους και δημοσιογράφους, μικροαστές και μεγαλοαστές. Zούμε τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα σε όλο της το μεγαλείο και την ξεφτίλα. Kαθήκον του συγγραφέα είναι να επινοήσει την πραγματικότητα και ο B. P. σχεδόν επινοεί τον εαυτό του στο πρόσωπο του ήρωα. Aγγελική Mπιρμπίλη, «Athens Voice», 24-30 Δεκεμβρίου 2003

«Η επινόηση της πραγματικότητας», το τελευταίο βιβλίο του εξαίρετου συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου, έρχεται να φανερώσει, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό να γίνει μ’ ένα βιβλίο, την πραγματική πραγματικότητα τούτης της χώρας. Την αληθινή πραγματικότητα, που την έχει υποκαταστήσει μια ψευδο-πραγματικότητα, κατασκευασμένη από τη λούμπεν κυρίαρχη τάξη, με τα σχεδόν ακατανίκητα μέσα που σήμερα διαθέτει, θολώνοντας πλήρως τον καθρέφτη αυτογνωσίας αυτού του λαού, καθιστώντας τον έτσι έναν βάρβαρο και διεφθαρμένο, καταναλωτικό όχλο. Ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας, όχι μόνο στο βαθμό που είναι διασκορπισμένος στους ήρωές του, αλλά και μέσω του συγκεκριμένου ήρωα που αποτελεί το alter ego του, όσο κι αν προσπαθεί, δεν κατορθώνει να μείνει εντελώς έξω από την πανταχού καραδοκούσα χρησιμοποίηση – «αξιοποίηση» – υποδούλωση – διαφθορά. Τι απομένει; Η συνείδηση – παρατηρητής του συγγραφέα (και του αναγνώστη), το επίπεδο εποπτείας, ο καθαρός εκείνος καθρέφτης, που αποτελεί το μέσον για την αυτογνωσία μας κι επομένως τον δρόμο προς την κάθαρση του δράματός μας. Γιάννης Yφαντής, «Μετρόραμα», 7 Mαΐου 2004

Xωρίς περιστροφές, μπορούμε να πούμε ότι ο συγγραφέας, εδώ και κάποιον καιρό, έχει περάσει σε μια φάση οργιώδους αξιοποίησης μιας δημιουργικότητας που απεχθάνεται όρια, κατηγοριοποιήσεις και φυσικά κριτικούς. Πιθανώς και ο ίδιος αδυνατεί να κρίνει το βιβλίο του. Kωστής Παπαγιώργης, «Αθηνόραμα», 26 Aυγ. – 2 Σεπτ. 2004

Tο βιβλίο συνιστά απόδειξη πως ο Pαπτόπουλος τωόντι αποτελεί εξαιρετική στα καθ’ ημάς περίπτωση αφηγητή. Mόνο ένας γνήσιος «παραμυθατζής» μπορεί να απλώνεται σε 700 σελίδες διατηρώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη απουσία πρωτότυπης υπόθεσης. Mάρη Θεοδοσοπούλου, «Το Βήμα της Κυριακής», 8 Φεβρουαρίου 2004

Πολυσέλιδο μυθιστόρημα, εμπνευσμένο από την επίδραση της τηλεοπτικής λαίλαπας στην καθημερινότητά μας. Νέα ήθη, καινούργια επαγγέλματα, σύγχρονοι τρόποι ζωής, εισβάλλουν στη νεοελληνική πραγματικότητα, η οποία κατά μίμηση αυθεντικών προτύπων της αλλοδαπής αντιγράφει τρόπους ζωής και συμπεριφορές που διαστρεβλώνουν περισσότερο την έτσι κι αλλιώς επαρχιακή μας συνείδηση και πρακτική. Είναι προφανές ότι ο Ραπτόπουλος, αντιπροσωπευτικός συγγραφέας της γενιάς του 1980, θέλει να αποτυπώσει αυτή τη νέα πραγματικότητα που επέβαλε η τηλεοπτική ανθοφορία στον τόπο, πράγμα που διατρανώνει και ο τίτλος του μυθιστορήματος. Σε μια κοινωνία που δεν έχει την παραμικρή αντίσταση απέναντι σε ό,τι της προσφερθεί, από άνθρακα μέχρι χρυσό, η ζωή αποκτά καρτουνίστικα χαρακτηριστικά. Η όμορφη Ζέτα προσφέρει δίχως δεύτερη σκέψη τα αξιέραστα οπίσθιά της σ’ έναν γέρο, χοντρό και καραφλό διευθυντή μάρκετινγκ. Είναι μια νέα μοντέλα που παρουσιάζει ενδύματα σε μια λαϊκής κατανάλωσης πρωινή εκπομπή και μοιάζει σαν φτηνή απομίμηση των διεθνών μοντέλων. Ο πολύς διευθυντής μάρκετινγκ μυρίζει μάλλον σκορδαλιά όταν την πλησιάζει να τη φιλήσει και ο καναλάρχης, με περισσότερο στυλ που ωστόσο δεν υπερβαίνει την ταπεινή του καταγωγή, ζητά το μερίδιο της εξουσίας που του ανήκει από το σώμα της Ζέτας. Όλοι, θαρρείς, βρίσκονται σε κάποια θέση, από τα περίεργα παιχνίδια που παίζει η μοίρα, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουν την καταπιεσμένη τους σεξουαλικότητα. Αυτή την τραγική και λιγάκι γελοία κατάσταση, η οποία ωστόσο αναδεικνύει το θλιβερό και μίζερο νεοελληνικό παρόν, έρχεται να συμπληρώσει ο Τσάρλυ, ένα λαϊκό παιδί που δεν ανέχεται ξένο βλέμμα πάνω στην γκόμενά του και που ωστόσο τη χάνει με την πρώτη ευκαιρία, δίχως πολλές αντιστάσεις. Περισσότερο αυθεντικός απ’ όλους, ο Τσάρλυ γίνεται καταλύτης της μυθιστορηματικής εξέλιξης. Τη σκυτάλη πλέον αναλαμβάνει ένας δημοσιογράφος-συγγραφέας. Ο Ραπτόπουλος, σε αυτό το επανεκδοθέν πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αποτυπώνει τη νεοελληνική κοινωνία ζωντανά, πειστικά και με αφηγηματική άνεση. Ξενοφών Μπρουντζάκης, «Ποντίκι ART», Δευτέρα, 19.04.2010


Αρέσει σε %d bloggers: