Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΜΟΣ, συνέντευξη στον «Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:

«Πάντα «επέμενα ελληνικά»»

Συνέντευξη στον Κώστα Κατσουλάρη, «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής», 13.1.2008

φωτ.: © Νίκος Κοκκαλιάς ~ «Η Καθημερινή», 2007

― O Βαγγέλης Ραπτόπουλος, λένε ορισμένοι, γράφει υπερβολικά πολύ. Είναι, στην καλύτερη εκδοχή, «πολυγραφότατος». Τι απαντάς;

«Η λογοτεχνία δεν κρίνεται με όρους ποσοτικούς. Εάν γράφεις λίγα ή πολλά, είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, και υπάρχουν καλοί και κακοί συγγραφείς και στις δύο κατηγορίες. Από κει και πέρα, το να εκλαμβάνεις τη δημιουργικότητα και το πάθος για γράψιμο ως κάτι το αρνητικό, μου φαίνεται ότι είναι ο ορισμός της μιζέριας. Ή, αλλιώς, όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια».

― Και με αυτό το βιβλίο σου φαίνεται ότι «επιμένεις ελληνικά». Δηλαδή, βασικός σου στόχος μοιάζει να είναι να φωτίσεις την πολύπλοκη ελληνική ταυτότητα. Είναι μήπως η καινούργια σου εμμονή;

«Πάντα «επέμενα ελληνικά». Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει, όταν γράφω στη μητρική μου γλώσσα, που είναι τα ελληνικά; Ακόμη και στη Δική μου Αμερική, το βιβλίο μου όπου μιλάω για ξένα βιβλία, το βάρος πέφτει στο πώς τα προσλαμβάνουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται λοιπόν για καμιά καινούργια εμμονή. Εντούτοις κάτι έχει αλλάξει. Συνειδητοποίησα ότι, το να εστιάζεις σχεδόν σε οτιδήποτε ντόπιο, αποτελεί ένα είδος αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση».

― Στο βιβλίο σου, ένα ζευγάρι αθηναίων αστών μπλέκεται σε μια υπόθεση φόνου σε κάποιο αγαιοπελαγίτικο νησί. Τελικά υπάρχουν πράγματι δύο Ελλάδες, η εκσυγχρονισμένη, ας πούμε, και η αρχαϊκή;

«Όσο βαθύτερα προχωράμε στην ψηφιακή εποχή, η Ελλάδα μεταλλάσσεται, και την ίδια στιγμή παραμένει ίδια σε πολλά. Το ζευγάρι των Αθηναίων εκπροσωπεί την μοντέρνα εκδοχή μας, ενώ οι κάτοικοι του νησιού, την παραδοσιακή. Στόχος μου ήταν να δείξω τις διαφορές τους, αλλά και όσα προκύπτουν από τη ζεύξη της μιας με την άλλη πλευρά, από τη συμπλοκή τους. Η Μεγάλη Άμμος επιχειρεί ακόμη να υπογραμμίσει τον θεμελιώδη, καταλυτικό ρόλο που παίζει η οικογένεια στην νεοελληνική κοινωνία. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός μου μαίνεται στην αρχή εναντίον της οικογένειας, για να καταλήξει να της παραδοθεί, ό,τι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο».

― Χρησιμοποιείς την τεχνική του εγκιβωτισμού, δηλαδή βάζεις κεφάλαια από ένα μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωάς σου μέσα στο μυθιστόρημα που γράφεις εσύ. Δεν φοβάσαι μήπως τέτοια «παιχνίδια» με την αφήγηση μπερδεύουν τους περισσότερους αναγνώστες;

«Δεν γράφω για να ικανοποιήσω κάποιον συγκεκριμένα. Ο αγώνας μου είναι να διηγηθώ τις ιστορίες μου όσο καλύτερα μπορώ, όσο πιο πειστικά γίνεται. Και οι δρόμοι όπου οδηγούμαι κάθε φορά, φέρνουν συχνά σε αμηχανία κι εμένα τον ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, σκοπός μου δεν ήταν ο εγκιβωτισμός (για κάποιο λόγο, η λέξη μού είναι απωθητική). Η Μεγάλη Άμμος είναι το τελευταίο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, που ξεκίνησε με το Χάσαμε τον Μπαμπά (2005) και συνεχίστηκε με τη νουβέλα Φίλοι (2006). Και στα τρία βιβλία μου, οι πρωταγωνιστές γράφουν τις ιστορίες τους σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής τους, που συνδέεται με την απώλεια κάποιου προσφιλούς τους προσώπου, και αντιμετωπίζουν το γράψιμο ως ψυχοθεραπεία. Στις μέρες μας, η ψυχανάλυση έγινε κτήμα του μέσου ανθρώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προσφέρεται για την εμφάνιση λογοτεχνικών αφηγήσεων που τη χρησιμοποιούν ως δομή. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι και τις τρεις ιστορίες τις έχω δομήσει, οργανώσει, αφηγηθεί ως αλυσίδες από ψυχαναλυτικές συνεδρίες. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ταίριαζαν, και ακόμη καλύτερα προέκυψαν, τα εγκιβωτισμένα μέρη του μυθιστορήματος».

― Στο προηγούμενο βιβλίο σου, Φίλοι, ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής ήταν σεναριογράφος, στο καινούργιο σου μυθιστόρημα είναι συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας. Είναι σωστή η αίσθηση ότι οι ήρωές σου έχουν όλο και περισσότερο τα δικά σου χαρακτηριστικά;

«Το γεγονός ότι ο αφηγητής στους Φίλους είναι σεναριογράφος, παίζει σχεδόν διακοσμητικό ρόλο. Και ουδέποτε δημοσίευσα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, όλοι μου οι ήρωες έχουν δικά μου στοιχεία, αναπόφευκτα. Εκείνοι μάλιστα που μοιάζει να είναι οι πιο μακρινοί μου, ίσως περιέχουν περισσότερα. Με άλλα λόγια, είμαι πιο πολύ η ηρωϊδα της Λούλας, παρά ο αφηγητής του Εργένη. Πιο πολύ η ηρωϊδα της Πάπισσας, παρά κάποιος από την αγορίστικη παρέα στα Διόδια ή Τα τζιτζίκια».

― Υπάρχει πάντως η εντύπωση, ειδικά στα τελευταία σου βιβλία, ότι «καπελώνεις» τους ήρωές σου, ότι η δική σου φωνή ακούγεται πιο δυνατά από τη δική τους. Αυτή είναι τουλάχιστον μια παρατήρηση που έκαναν ορισμένοι κριτικοί.

«Με τόσα άρθρα γνώμης που έχω δημοσιεύσει στον Τύπο και τόσες συνεντεύξεις που έχω δώσει επί σχεδόν τριάντα χρόνια, σας διαβεβαιώ ότι δεν νιώθω την παραμικρή ανάγκη να «καπελώσω» τους ήρωές μου. Οποτεδήποτε δάνεισα δικά μου στοιχεία σε κάποιον ήρωά μου, το έκανα αποκλειστικά και μόνο επειδή τα θεωρούσα κατάλληλα για το ζωντάνεμά του. Το πόσο καλά το έκανα, είναι ασφαλώς μια άλλη ιστορία, κι αυτό είμαι ο τελευταίος που θα το κρίνει».


Αρέσει σε %d bloggers: