Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΜΟΣ, συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη

Συζήτηση με τον Απόστολο Δοξιάδη

φωτ. : http://www.logicomix.com

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ: Η Μεγάλη Άμμος είναι το 19ο βιβλίο σου, και το 15ο μυθοπλασίας. Οι αριθμοί προκαλούν δέος σε έναν πολύ λιγότερο παραγωγικό ομότεχνο, όπως εγώ. Βέβαια, ούτε εσύ ούτε εγώ τους αποδίδουμε αξιολογική σημασία. Υπάρχουν μέγιστοι συγγραφείς που ήταν πολυγραφότατοι ― αλήθεια, γιατί σχεδόν πάντα το επίθετο εμφανίζεται στον υπερθετικό; ― όπως ο Μπαλζάκ, και άλλοι που ήταν απλοί γραφομανείς, ψυχαναγκαστικοί, ή ό,τι άλλο. Κι αντίστοιχα, το να δημοσιεύεις λίγα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι «και καλά». Όμως, όταν βρίσκομαι μπροστά σε έναν αξιόλογο συγγραφέα που είναι και υπερπαραγωγικός, όπως εσύ, μου έρχεται στο νου αυτόματα ο διαχωρισμός του Αϊζέα Μπερλίν: αλεπού ή σκαντζόχοιρος; Αναφέρομαι βέβαια στο αρχιλόχειο πολλά οιδ’ αλώπηξ, εχίνος δε εν μέγα, που χρησιμοποιεί ο Μπερλίν για να ξεχωρίσει τους συγγραφείς σε αυτούς που γράφοντας πολλά ουσιαστικά προσπαθούν ξανά και ξανά να γράψουν το ίδιο βιβλίο (Ντοστογιέφσκι), ή άλλους που με την πολλαπλότητα της γραφής τους δοκιμάζουν, σαν την αλεπού, λογιών λογιών διαφορετικά κόλπα (Σαίξπηρ, ή Τολστόϊ). Εσύ, Βαγγέλη, τι είσαι, αλεπού ή σκαντζόχοιρος;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είμαι μάλλον αλεπού, Απόστολε, παρά σκαντζόχοιρος (και προτιμώ σαφώς τη μεταφορά με τα ζώα, από την τρομοκρατική σύγκριση με τους Σαίξπηρ, Τολστόι και Ντοστογιέφσκι). Στο βάθος όμως δεν ξέρω τι ακριβώς είμαι. Οι εκτενείς ή σύντομες ιστορίες που έχω δημοσιεύσει, χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες. Από τη μία αυτές με θέμα τη συλλογικότητα, όπου πρωταγωνιστούν παρέες, όπως στα Διόδια, Τα τζιτζίκια ή τους Φίλους. Και από την άλλη ατομικά πορτρέτα ακραίων ηρώων, όπως η Λούλα, Ο εργένης, η Πάπισσα. Η γενιά μου βρέθηκε ανάμεσα στη γενιά των λουλουδιών και στην ψηφιακή γενιά, ανάμεσα στα συλλογικά οράματα και στον ατομικισμό. Είναι φυσικό οι συλλογικές ιστορίες μου να είναι πιο συναισθηματικές και σχεδόν λυρικές, ενώ στα ακραία ατομικά πορτρέτα έδωσα τη μορφή εφιάλτη, τα αντιμετώπισα ως καφκικές αλληγορίες ή ιστορίες τρόμου, θρίλερ. Υπάρχει λοιπόν μια κατάσταση εμμονική και στα δικά μου βιβλία, παρά τις μεγάλες διαφορές. Και ελπίζω ότι κάτω από την επιφάνεια παραμένω ένας δέκτης μηνυμάτων της εποχής μου, που τα επεξεργάζομαι και της τα επιστρέφω αλλαγμένα. Αυτή η αμφίδρομη επικοινωνία εύχομαι να με χαρακτηρίζει προπάντων.

Α. Δ.: Όταν μου πρωτομίλησες για τη Μεγάλη Άμμο, τον καιρό που την τέλειωνες, μου είπες ότι «στην πλοκή υπάρχει και ένας φόνος, χωρίς όμως το βιβλίο να είναι αστυνομικό». Από τη ληστεία στα Τζιτζίκια, και μετά, η έννοια μιας κεντρικής παράνομης πράξης, αιμομιξίας, πορνείας, βιασμού, και τώρα ενός φόνου, έρχεται και ξανάρχεται στα βιβλία σου. Φυσικά η λογοτεχνία συχνότατα παίρνει τα θέματά της από το παραβατικό και το ασυνήθιστο. Όμως ο τρόπος που μου είχες μιλήσει για το τωρινό βιβλίο, μου φέρνει στο νου μια απορία που αφορά και όλα τα προηγούμενα: πέρα από τη θεματική, ποιά είναι η σχέση σου, γράφοντας, με το λεγόμενο «ζενρ» (genre), τη λογοτεχνία συγκεκριμένου είδους και, εν προκειμένω, του αστυνομικού. Ποια είναι η συνειδητή σχέση του Ραπτόπουλου με το είδος αυτό όταν πραγματεύεται ακραίες, παράνομες πράξεις;

Β. Ρ.: Τα λαϊκά αφηγηματικά είδη, από το αστυνομικό ώς το ιστορικό, τον τρόμο, την επιστημονική φαντασία και το πορνό, τα αντιμετωπίζω ως ισότιμα, σήμερα πια, με το αστικό μυθιστόρημα της ευρωπαϊκής παράδοσης. Μάλιστα, στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή, και ιδίως στη μητροπολιτική αγγλοσαξονική, αναδύεται ένα υβρίδιο, που αποτελεί κράμα υψηλής και μαζικής κουλτούρας. Αυτό το κράμα μού φαίνεται η εμπροσθοφυλακή της σύγχρονης λογοτεχνίας, και σχεδόν επιβάλλεται να το καλλιεργείς, εάν ανήκεις στην περιφέρεια, όπως η Ελλάδα. Παραδόξως, θεωρώ πιο θεμιτό να ανακαλύψεις ένα νέο είδος, όταν γράφεις στην περιφέρεια, όπως έκανες εσύ με τη μαθηματική λογοτεχνία, μέσω του Θείου Πέτρου, παρά να υπηρετείς κάποιο που προϋπάρχει ήδη, όπως συμβαίνει με τους συγγραφείς της μητρόπολης. Απέναντι στο αστυνομικό ως είδος νιώθω κουμπωμένος, γιατί δεν συμμερίζομαι την ντε φάκτο πολιτικά ορθή θέση του. Το μυθιστόρημα στο οποίο πιστεύω, είναι εξίσου με το μέρος του εγκληματία και του διώκτη του, δίνει φωνή και στους δύο το ίδιο. Αντίθετα το αστυνομικό κατά κανόνα απεχθάνεται και απαξιώνει τον εγκληματία, την παραβατικότητα, το δαιμονικό στοιχείο. Η αυθεντική λογοτεχνία όμως βρίσκει πάντα τρόπους να αποθεώσει ταυτόχρονα και το καλό και το κακό.

Α. Δ.: Ας περάσουμε τώρα από τη βία στο σεξ! Χωρίς άλλο, τα δυο αυτά θέματα αποτελούν, από τον Όμηρο και τον Αισχύλο κιόλας, τη μόνιμη τροφή των παραμυθάδων. Ο Ρέιμον Τσάντλερ έλεγε για τον εαυτό του, συμβουλεύοντας παράλληλα τους επίδοξους συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών: «Όταν δεν ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, βάζω κάποιον να μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας ένα πιστόλι». Μπαίνω στον πειρασμό, αστειευόμενος αλλά μετά λόγου γνώσεως, να πω ότι εσύ θα το παράλλασες ως εξής: «Όταν δεν ξέρω τι θα γίνει παρακάτω, ρίχνω δυο από τους χαρακτήρες μου σε ένα κρεβάτι» ― ή, στη Μεγάλη Άμμο, θα μπορούσε να είναι και εγκαταλειμμένο μεταλλείο! Στα σοβαρά, όμως, όχι μόνο ο έρωτας αλλά το σεξ κυριαρχεί σε πολλά βιβλία σου. Γιατί;

Β. Ρ.: Ίσως είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας. Όχι μόνο δικής μου, αλλά και της εποχής μας. Πραγματικά πιστεύω ότι το σεξ είναι ένα από τα μείζονα θέματα της ψηφιακής εποχής, όπως ακριβώς και των ελληνιστικών χρόνων, στους οποίους βρίσκω το πιο κοντινό μας ιστορικό ανάλογο. Τουλάχιστον από τα μέσα του 20ού αιώνα, οπότε και ζούμε ό,τι ο Ηλίας Πετρόπουλος αποκαλούσε θρίαμβο της πορνογραφίας. Πώς είναι δυνατόν να μην αντανακλάται κάτι τέτοιο και στη λογοτεχνία; Ο σύγχρονος λογοτέχνης έχει υποχρέωση να γράφει όσα δεν μπορούσε ο Παπαδιαμάντης, ή οποιοσδήποτε ζούσε σε άλλες εποχές. Και τέλος, το σεξ αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, με τον οποίο έρχεται αντιμέτωπο πολύ περισσότερο ένα κλεισμένο στο αυτιστικό του σύμπαν άτομο, παρά το μέλος μιας κοινότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι το σεξ ήρθε στο προσκήνιο μόνο των ιστοριών μου όπου σκιαγραφώ ακραία ατομικά πορτρέτα.

Α. Δ.: Σε μια συνέντευξή σου για τη Μεγάλη Άμμο, είπες ότι θα μπορούσε να λέγεται και «Δαμάζοντας το αρσενικό». Και πάλι, όμως, μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ, ξαναδιαβάζοντας το τέλος του βιβλίου, ότι θα ταίριαζε ίσως επίσης, πιο αισιόδοξα, το «Δαμάζοντας το πάθος». Και δεν εννοώ εδώ μόνο το ερωτικό, της «λαγνείας», αν μιλήσουμε με τη γλώσσα των «επτά θανάσιμων αμαρτημάτων», αλλά και άλλων, του φθόνου, της υπερηφάνειας, της οργής. Την επιστροφή και την απόφαση του γάμου με την Αμαλία μπορεί κανείς και να τη δει όχι ως υποταγή, ή συνθηκολόγηση άνευ όρων του ήρωα, αλλά ως εκπολιτισμό, ως ανώτερη βαθμίδα ανθρώπινης συμπεριφοράς από πλευράς, κυρίως εδώ, του «αρσενικού». Αυτό το θέμα της αγαθής επανασύνδεσης μετά την περιπέτεια ενός ερωτικού τριγώνου νομίζω είναι αρκετά κοινό στη σύγχρονη μυθοπλασία – το βλέπουμε, για παράδειγμα, σε αρκετές ταινίες του Γούντι Άλεν – και αναρωτιέμαι γιατί το πραγματεύεσαι εσύ. Τι σημασία του αποδίδεις;

Β. Ρ.: Το «δαμάζοντας το πάθος» που λες, ισχύει απολύτως και με όλες τις έννοιες, αν και δεν παύω να είμαι σκεπτικιστής: τι σόι ζωή είναι αυτή χωρίς πάθη; Και γιατί η «ανώτερη βαθμίδα ανθρώπινης συμπεριφοράς» παρουσιάζεται συχνά τόσο στερημένη από ζωϊκούς χυμούς; Αναμφισβήτητα πάντως ο ήρωάς μου, μέσα από την αυτοκριτική του, ωριμάζει και αλλάζει συνειδητά τη ζωή του. Και σίγουρα το αρσενικό, τουλάχιστον του πρόσφατου παρελθόντος, δεν έδειχνε τόση ανεκτικότητα απέναντι στη σύντροφό του, όση δείχνει ο ήρωάς μου. Το σωστό επομένως θα ήταν «δαμάζοντας το αρσενικό παλαιάς κοπής», το «μάτσο» αρσενικό. Όσο για την επανασύνδεση του ζεύγους, την επέλεξα μισοσυνειδητά μισοϋποσυνείδητα, ως καταλληλότερη λύση για έναν χαρακτήρα όπως ο Στεργίου. Η έγνοια μου ήταν να διαγράψει ολόκληρη την τροχιά του το εκκρεμές. Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο Στεργίου μαίνεται εναντίον της οικογένειας, την οποία και θεωρεί σήμα κατατεθέν της Ελλάδας, μιας Ελλάδας σχεδόν μεταφυσικής. Και καταλήγει να της παραδοθεί και να την αναπαράγει, να συμφιλιωθεί μαζί της και να αφεθεί στους ρυθμούς της, που εδώ τυχαίνει να είναι και οι ρυθμοί της ζωής.

Α. Δ.: Και η Ελλάδα; Τι ρόλο παίζει στον διάλογο του βιβλίου με την πραγματικότητα;

Β. Ρ.: Η Ελλάδα είναι αυτό καθαυτό το θέμα του μυθιστορήματός μου! Ένα μοντέρνο ζευγάρι Αθηναίων, με τον άντρα σε κρίση και τη γυναίκα σε πορεία χειραφέτησης, καταφεύγει σε ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο νησί. Εκεί, η παραδοσιακή Ελλάδα μπλέκεται με το ζευγάρι, επιδρά πάνω τους και τους αλλάζει, τους κάνει εν μέρει παραδοσιακούς κι αυτούς. Η παραίσθηση ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού της χώρας, που έλαβε χώρα στη δεκαετία του ’90, συνεχίζεται. Αλλά εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να είναι παραίσθηση. Η Ελλάδα έχει σοβαρές ιδιαιτερότητες. Και το να υπογραμμίζεις τις ιδιαιτερότητες αυτές, σε μια εποχή που απειλεί να επικρατήσει παντού ο ομοιόμορφος παγκοσμιοποιημένος χυλός, αποτελεί ένα είδος αντίστασης.

Δημοσιεύθηκε στην «Athens Voice» (τεύχος 194, 13-19 Δεκεμβρίου 2007)

Αρέσει σε %d bloggers: