Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΜΟΣ, «Μυστικό μέρος»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:

Μυστικό μέρος

Εδώ και έξι μήνες, από τότε που κυκλοφόρησε το εικοστό βιβλίο μου, Η Μεγάλη Άμμος, δεν έπαψα να οργώνω όχι μόνο την Αθήνα, αλλά την Ελλάδα ολόκληρη, παρουσιάζοντάς το σε εκδηλώσεις. Συνήθως σε βιβλιοπωλεία, κι άλλοτε σε πολιτιστικούς συλλόγους ή καφέ-μπαρ. Κέντρο της Αθήνας, Μαρούσι, Νέα Ερυθραία, Ηλιούπολη, Παγκράτι, Άγιος Δημήτριος, Άνω Γλυφάδα. Αλλά και Καλαμάτα, Τρίκαλα, Χανιά, Πάτρα. Και έπονται: Λάρισα, Βόλος, Θεσσαλονίκη.

Το πιο κολακευτικό απ’ όσα άκουσα, αναφερόταν στον πρωταγωνιστή μου, τον σαραντάρη συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας Νίκο Στεργίου, ο οποίος μες στο βιβλίο επιδίδεται σε αυτοκριτική για τη συμπεριφορά του απέναντι στη σύντροφό του, την Αμαλία. Το σχόλιο αυτό, που το άκουσα να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αλλιώτικα διατυπωμένο, επαινούσε την (εξ αντανακλάσεως) φεμινιστική στάση του ήρωά μου. Και ομολογώ ότι εκτός από υπερηφάνια, μου γέννησε μαζί και αμηχανία. Η πλέον αξιομνημόνευτη διατύπωση ανήκει σε μια συνομήλικη με το ζευγάρι των ηρώων μου αρχιτεκτόνισσα. Χαμογελώντας μου γλυκά και λίγο λυπημένα, η γυναίκα ευχήθηκε με απροκάλυπτη ειλικρίνεια: «Μακάρι να ήταν έτσι όλοι οι άντρες!»

Ο Στεργίου με την Αμαλία καταφεύγουν Απόκριες στη Μεγάλη Άμμο, ένα μικρό κυκλαδίτικο νησί, προσπαθώντας να αναθερμάνουν τον έρωτά τους. Εκεί γίνονται μάρτυρες ενός φόνου, που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε, και εμείς και οι ήρωες, τους ντόπιους. Ο φόνος όμως θα φέρει το ζευγάρι αντιμέτωπο και με το χωρισμό, αφού η Αμαλία συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τον εικοσάχρονο γιο του μακαρίτη. Κάτι που οδηγεί τον Στεργίου στην αυτοκριτική, και τελικά στην ανάληψη των ευθυνών του. Το μυθιστόρημα αποτελείται από εξήντα ένα σύντομα κεφάλαια, φαινομενικά ατάκτως ερριμένα, έτσι ώστε να γνωρίζουμε το τέλος εξαρχής ή να μαθαίνουμε τα της αρχής λίγο πριν το τέλος. Η τεχνική αυτή που θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ, μου επέτρεψε δύο πράγματα. Αφενός να ζωντανέψω τον ψυχισμό ενός άντρα σε κρίση, ο οποίος γράφει το μυθιστόρημα της ζωής του, και παράλληλα αυτοψυχαναλύεται. Και αφετέρου να παραλείψω τμήματα της ιστορίας, που οι αναγνώστες καλούνται να συμπληρώσουν στρέφοντας το βλέμμα μέσα τους και σκαλίζοντας τα δικά τους. Η χαρά μου, όποτε κάποιοι στις εκδηλώσεις μού επιβεβαίωναν ότι το μυθιστόρημά μου λειτούργησε όντως κάπως έτσι επάνω τους, δεν περιγράφεται.

Ποιο ήταν το πιο απογοητευτικό απ’ όσα άκουσα, όχι μόνο στη διάρκεια της περιοδείας μου, αλλά και υπό τύπον ερώτησης σε αρκετές συνεντεύξεις; Μερικοί θεώρησαν τη Μεγάλη Άμμο συντηρητική. Επειδή ο Στεργίου, που στην αρχή του βιβλίου μαίνεται εναντίον της οικογένειας, καταλήγει να κάνει παιδί. Και το φάσμα της υπογεννητικότητας; Ή ο θεμελιώδης ρόλος της οικογένειας στη νεοελληνική κοινωνία; Τα επικαλέστηκα όλα αυτά, κι άλλα τόσα, στις απαντήσεις μου. Μάταια όμως. Αντέτεινα ακόμη ότι συντηρητισμός είναι να υποφέρεις από διανοητική αγκύλωση, και πως ό,τι ήταν συντηρητικό χτες, ίσως είναι ριζοσπαστικό σήμερα. Σήμερα που, αντί για τα ζευγάρια, κυριαρχούν οι μοναχικοί. Σήμερα που της μόδας είναι να συμμετέχεις δουλικά στον νέο ψηφιακό κόσμο: η ηλεκτρονική ζωή αντί της ζωής σκέτο. Και η επέλαση του αμερικανικού προτύπου, που αποθεώνει το χρήμα, την πρωτιά και την καριέρα. Εξάλλου πρόκειται για μυθιστόρημα, όχι για μανιφέστο υπέρ της τεκνοποιϊας. Φαίνεται όμως ότι είναι αναπόφευκτο τα γραπτά μου να προκαλούν. Τριάντα χρόνια τώρα, πότε τα θεωρούν υπερβολικά ακραία και ριζοσπαστικά, όπως έγινε με τον Εργένη και τη Λούλα. Και πότε υπερβολικά ήπια και συντηρητικά, όπως συνέβη με τους Φίλους και τη Μεγάλη Άμμο. Έχω πια συμφιλιωθεί με τη μοίρα μου.

Επίσης, για άλλη μια φορά, συνειδητοποίησα ότι για τα ζητήματα που θίγει ή εγείρει ένα μυθιστόρημα, μπορείς να μιλήσεις σε μια εκδήλωση-παρουσίασή του. Για το ίδιο το μυθιστόρημα όμως, μάλλον όχι. Η Μεγάλη Άμμος είναι σε μεγάλο βαθμό ένα έργο ατμόσφαιρας, που συχνά καταφεύγει στην υποβολή και στη γοητεία. Υπάρχουν άγρια χειμωνιάτικα τοπία του νησιού, εξίσου βαρύνουσας σημασίας με την πλοκή ή τους χαρακτήρες. Όπως είναι τα Πειρατικά, η Φανερωμένη και το Βραχονέρι. Ή το εγκαταλελειμμένο ορυχείο, με τις γεμάτες νυχτερίδες στοές του, τις σκουριασμένες ράγες, τα βαγονέτα, και την ερειπωμένη σκάλα φόρτωσης μεταλλευμάτων, που κρέμεται σαν κομμένη γέφυρα πάνω από τη θάλασσα. Τι να πεις για όλ’ αυτά μπροστά στο μικρό πλήθος που στριμώχνεται στους διαδρόμους ενός φιλόξενου βιβλιοπωλείου, στα τραπεζάκια ενός μοδάτου καφέ-μπαρ, ή στα στοιχημένα σαν στρατιώτες καθίσματα μιας αίθουσας πολιτιστικών εκδηλώσεων; Όλ’ αυτά μπορείς μόνο να τα διαβάσεις. Γιατί η Μεγάλη Άμμος δεν υπάρχει πουθενά αλλού εκτός από τη φαντασία μου, και στον χάρτη της λογοτεχνίας. Είναι ένα μυστικό μέρος.

Οι αναμνήσεις μου μπερδεύονται γλυκά. Η παραλία της Καλαμάτας συγχέεται με τους πεζόδρομους στο κέντρο των Τρικάλων ή το λιμάνι των Χανίων. Στα Χανιά έμεινα δυο βραδιές, γιατί ήμουν καλεσμένος και στο λύκειο ενός κοντινού χωριού ονόματι Βουκολιές. Ως συνήθως μαγεύτηκα τριγυρνώντας στα σοκάκια της παλιάς πόλης, που όπως κάθε χειμώνα είναι σχεδόν ολόκληρη υπό ανακαίνιση, ώστε να υποδεχτεί τις ορδές των θερινών τουριστών. Η υποδειγματική ξενάγηση που μου προσέφερε η γυναικοπαρέα των φιλολόγων, περιελάμβανε μέχρι και τσάι στο Στέκι Μεταναστών. Εκεί, ανάμεσα στους σύγχρονους πληβείους, η ατμόσφαιρα μου φάνηκε πολύ θερμή κι ανθρώπινη, και η αλληλεγγύη, όχι πια αναχρονισμός κι άπιαστο όνειρο, αλλά κάτι χειροπιαστό. Ασύγκριτος όμως ήταν κι ο ξενώνας «Βιλελμίνη». Το δωμάτιο υπέροχο, ψηλοτάβανο, με ξύλινα πατώματα και παλιά έπιπλα, κι όλα τα κομφόρ. Και οι ιδιοκτήτες, απίστευτα ευγενικοί. Οι διακοπές ρεύματος, λόγω της απεργίας της ΔΕΗ (για το ασφαλιστικό), αν και με άφησαν πραγματικά στα κρύα του λουτρού, δεν κατόρθωσαν να χαλάσουν την ειδυλλιακή εικόνα. Δεν κινδυνεύεις από τίποτα, όταν η θάλασσα είναι σε απόσταση αναπνοής, και μπορείς να την αντικρίσεις βολτάροντας στο πέταλο του ενετικού λιμανιού.

Γράφω για κάποιες από τις στιγμές που έζησα, και έμειναν χαραγμένες στη μνήμη μου. Κι όμως, έχω την αίσθηση ότι ούτε γι’ αυτές μπορώ ουσιαστικά να μιλήσω, όπως ακριβώς δυσκολευόμουν στις εκδηλώσεις να μιλήσω και για την ατμόσφαιρα ή το σκηνικό του μυθιστορήματός μου. Λες και είναι κι αυτές οι στιγμές πλάσματα της φαντασίας μου, όπως η νήσος Μεγάλη Άμμος, λες και δεν τις έζησα ποτέ μου. Ή λες και τις έζησα έχοντας με έναν μαγικό τρόπο μεταφερθεί στο ίδιο εκείνο μυστικό μέρος όπου εκτυλίσσεται και το βιβλίο μου.

Δημοσιεύθηκε στην «Athens Voice» (τεύχος 210, 24 Απρ.–7 Μαΐου 2008)

Αρέσει σε %d bloggers: