Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΜΟΣ, Ναταλί Χατζηαντωνίου, «Pass To Port»

Νάταλι Χατζηαντωνίου:
*
Η «άνοδος» της «πτώσης»

Η Μεγάλη Άμμος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, εκδ. Κέδρος

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία το 1979, σε ηλικία είκοσι μόλις ετών, με τη νουβέλα «Κομματάκια». Μεσολάβησαν τα «Διόδια» το 1982 και τελικά το 1985 με «Τα Τζιτζίκια» το όνομά του καταχωρήθηκε στις νέες δυνάμεις της πεζογραφίας. Ανήκοντας στη γενιά που βρέθηκε στο μεταίχμιο, μεταξύ των συμπληγάδων της οικείας μνήμης του Πολυτεχνείου και της συλλογικότητας απ’ τη μια, και του επερχόμενου κόσμου του Ίντερνετ και της ατομικότητας απ’ την άλλη, ξεχώρισε γρήγορα μεταξύ των συνομηλίκων του. Ο Ραπτόπουλος βίωνε και ως αναγνώστης τέτοιου τύπου διχασμούς: απ’ τη λογοτεχνία του Νίκου Καζαντζάκη, τον οποίο λατρεύει, σ’ αυτήν του Στίβεν Κινγκ, τον οποίο εξήρε και μάλιστα πρώτος στην Ελλάδα, ως αρθρογράφος κάποτε του life-style περιοδικού Τύπου, ή και ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Δεν σταματούν εδώ οι αμφίρροπες δυνάμεις που τον διεκδικούσαν τότε• τον μοιράζονταν επίσης Αμερική και Αριστερά. Αλλά και, ο νεαρός συγγραφέας του life-style απέναντι σ’ εκείνον που γαλουχήθηκε με τα σοβαρά αναγνώσματα της κλασικής λογοτεχνίας κι όχι μόνο του μπεστ-σέλερ.

Μπεστ-σέλερ πάντως έγινε κι ο ίδιος, γνωρίζοντας κυρίως με τον «Εργένη» (1993) μεγάλη επιτυχία, την οποία ήρθε αργότερα να συνυπογράψει και η βασισμένη στο μυθιστόρημά του ομώνυμη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ο Ραπτόπουλος στα ύψη της εγχώριας κλίμακας ζούσε πολλαπλασιασμένο ό,τι κι άλλοι συνομήλικοί του λογοτέχνες, μέλη όλοι εκείνης της γενιάς, που πρώτη αναπαρήγαγε μια λίγο «μπίτνικη» νοοτροπία, όχι στη διαχείριση της λογοτεχνίας, αλλά κυρίως της ζωής τους. Ως ένας από τους πιο προβεβλημένους όμως, ήταν κι ο πρώτος που, τουλάχιστον μια εποχή, επλήγη καίρια.

Μπορεί κι άλλοι νέοι πεζογράφοι με λιγότερες επιτυχίες στο ενεργητικό τους και με –ακόμα και τώρα– αμφισβητούμενης αξίας εργογραφία να ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι έγραφαν (κατά το γνωστό ρητό), ο Ραπτόπουλος όμως ήταν ο πρώτος που πλήρωσε τα λογοτεχνικά σπασμένα όλων τους. Απ’ τη «Λούλα» (1997) και μετά άρχισε η κάθοδος των… κριτικών. Έκτοτε πολλοί έμοιαζε να αναμένουν την επόμενη εκδοτική παρουσία του, για να τον κατακεραυνώσουν, όχι πάντα αδίκως, αλλά τόσο άγρια ώστε ο απλός παρατηρητής να υποψιάζεται ότι ο Ραπτόπουλος συγκεντρώνει (εδώ αδίκως) μόνος του ένα μένος που αφορά ολόκληρη τη γενιά του – αν και άλλοι κατορθώνουν ακόμα να αποφεύγουν τα τόσο αδυσώπητα βέλη της κριτικής.

Ο ίδιος φάνηκε να το συνειδητοποιεί και κυρίως να προσπαθεί να αποφύγει ευκολίες. Το πρόσφατο, εικοστό του, μυθιστόρημα, «Η Μεγάλη Άμμος» δηλαδή, είναι νομίζω η τιμιότερη προσπάθεια του ώριμου Ραπτόπουλου. Διαδραματίζεται χειμώνα σε ένα απροσδιόριστο αιγαιοπελαγίτικο νησί. Εκεί καταφεύγει ο Νίκος Στεργίου, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, και η σύντροφός του και φωτογράφος Αμαλία, σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσουν τη σχέση τους. Βρίσκονται όμως μπλεγμένοι σε ένα περίεργο φονικό: ο Γαβρίλος, ο νταής του νησιού, ερωτευμένος με την αθηναία Ρίτα, σύζυγο ενός ισχυρού συνταξιούχου δικαστή, θολωμένος από το ποτό επιχειρεί σε ένα πανηγύρι να δολοφονήσει το «χαφιέ» του δικαστή, Μανούσο. Κατά λάθος όμως σκοτώνει τον αθώο οικογενειάρχη Χριστόφορο. Από εκεί και πέρα αλυσιδωτές αντιδράσεις συνδέουν ερωτικά την Αμαλία με το Διαμαντή, γιο του δολοφονημένου, φέρνουν το Στεργίου προ των ευθυνών του και καταλήγουν με ένα συμβιβασμό, που είναι όμως και προσωπική επανάσταση.

Με στοιχεία ρεαλιστικής ηθογραφίας το μυθιστόρημα ακολουθεί ωστόσο μια πολυπρισματική τεχνική. Η δολοφονία, ό,τι προηγήθηκε ή ό,τι επακολούθησε, αναπαράγονται αφηγηματικά ξανά και ξανά. Κάθε ήρωας –κυρίως οι κεντρικοί Στεργίου, Γαβρίλος και Διαμαντής– προσφέρει τη δική του εκδοχή. Δεν υπάρχει τίποτε μονοδιάστατο. Στην πορεία ο Ραπτόπουλος έχει δείξει πώς άλλο τον ενδιαφέρει: οι οικογενειακές δομές αλλά και το χάσμα μεταξύ της ελληνικής επαρχίας και της πρωτεύουσας. Κανείς ωστόσο δεν απαλλάσσεται των ευθυνών του, ούτε όμως και βαρύνεται με περισσότερες από όσες του αναλογούν.

Το τελευταίο κεφάλαιο ρέπει περισσότερο προς αυτό που λέμε μοντερνισμό. Ο συγγραφέας αποτυπώνει τις εσωτερικές συγκρούσεις του Στεργίου σε ένα κλινικά ψυχρό αθηναϊκό διαμέρισμα, βουτηγμένο στο ημίφως. Αυτό είναι ίσως και το πιο αδύναμο κεφάλαιο, καθώς δε χρειάζεται τόση (πολυσέλιδη) προσπάθεια για να αντιληφθεί ο ήδη υποψιασμένος αναγνώστης την τελική επιλογή του ήρωα.

Η συνολική αίσθηση πάντως είναι σαφώς υπέρ της ωριμότητας του Ραπτόπουλου που, χωρίς να εγκαταλείπει τους περιθωριακούς ήρωες, χαρακτηριστικούς της εργογραφίας του, βάζει συμπρωταγωνιστές τους πολύ πιο οικείους μας ανθρώπινους τύπους και φτιάχνει καλά την ιστορία του, εμπλέκοντας επιτέλους κι εμάς σ’ αυτήν.

Δημοσιεύτηκε στο φρι-πρες Pass To Port, No 5, 10-1-2008
Αρέσει σε %d bloggers: