Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΠΙΟ ΚΡΥΦΗ ΠΛΗΓΗ, Αλεξάνδρα Μπακονίκα

bakonikaΑλεξάνδρα Μπακονίκα:

«Η πιο κρυφή πληγή»

Ομιλία στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στη Θεσσαλονίκη 

(βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, 7-2-13)

Η πιο κρυφή πληγή στη ζωή και στη λογοτεχνία είναι η υπαρξιακή αγωνία, η άγνοια για αυτά που μας επιφυλάσσει η πορεία μας μέσα στο χρόνο, τα τραγικά αδιέξοδα από λάθη ατομικά ή και συλλογικά, η αναζήτηση της γνώσης, που στο τέλος αντί να μας δίνει το χέρι να βγούμε στην επιφάνεια και να σωθούμε, μας καταβαραθρώνει με την αδυσώπητη αλήθεια που απειλητικά έρχεται στο προσκήνιο και ανατρέπει κάθε βεβαιότητα.

Η πιο κρυφή πληγή, είναι και ο τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημα του εκλεκτού, πολυγραφότατου, ρηξικέλευθου, τολμηρού κι ανατρεπτικού συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Ασφαλώς ο τίτλος, πέρα από το υπαρξιακό βάθος του, αναφέρεται και σε δύο πολύ ουσιαστικά θέματα, καθοριστικά και με καταλυτική δύναμη. Το πρώτο είναι ο σφοδρός, παθιασμένος έρωτας που διατρέχει το μυθιστόρημα από την αρχή μέχρι το τέλος, και το δεύτερο η αναφορά σε κοινωνικές ταραχές και  εξεγέρσεις όπως τα Δεκεμβριανά το ’44 στην Αθήνα και στη συνέχεια ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε. Αλλά και σαν προέκταση κατά κάποιο τρόπο των Δεκεμβριανών, με απόσταση 67 χρόνων, το κίνημα των Αγανακτισμένων που βιώσαμε το καλοκαίρι του 2011 με την οικονομική χρεοκοπία και τα γνωστά δεινά στα οποία εισήλθε η χώρα μας. Πάνω σε αυτούς τους δύο ισχυρότατους πόλους στηρίζεται και ξετυλίγεται η πλοκή του μυθιστορήματος.

Ο Ραπτόπουλος ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία των ελάχιστων συγγραφέων που ασχολούνται με τη σύγχρονη ζωή και βάζουν θαρραλέα το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων. Θέλγεται από τη σύγχρονη πραγματικότητα, έλκεται να την ανατέμνει, να τη διερευνά με τη λοξή και διερευνητική ματιά ενός έμπειρου και εξασκημένου παρατηρητή, που διαθέτει άρτια διανοητική, συγκινησιακή και διορατική σκευή για να θέτει ερωτήματα  και να βγάζει στο φως κρυφές αλήθειες.

Το μυθιστόρημα χρονολογικά αρχίζει το ’76 και τελειώνει το 2011 με την εξέγερση των Αγανακτισμένων. Κεντρικός ήρωας είναι ο Μιχάλης, που αποτελεί και τον πρωτοπρόσωπο, παντογνώστη αφηγητή. Ο Μιχάλης είναι στην πρώτη εφηβεία του, στο διάστημα μεταξύ πρώτης και δευτέρας Γυμνασίου. Νιώθει ακατανίκητη έλξη κι ερωτεύεται σφοδρά  τη συνομήλική του, ωραία, χυμώδη, γοητευτική και εξωστρεφή Νίκη. Ο Μίμης, ο πατέρας της Νίκης, όπως και η οικογένεια του Μιχάλη, είναι αριστερών φρονημάτων κι έχει αμέριστο ενδιαφέρον για τα Δεκεμβριανά, την εμπόλεμη αντιπαράθεση στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του ’44, που αποτέλεσε την αρχή του εμφυλίου πολέμου που έφερε τα πάνω κάτω στη χώρα μας. Ο Μίμης έχει εγκαταλείψει την οικογένειά του για χάρη της ερωμένης του, κάτι που έχει πληγώσει βαθύτατα την κόρη του.

Η Νίκη προτρέπει τον Μιχάλη να εμπλουτίσει εκτενέστερα τις ήδη βιωματικές γνώσεις του για τα Δεκεμβριανά, ώστε να εντυπωσιάσει τον πατέρα της, όταν θα τον καλέσει στο σπίτι τους, και με τον τρόπο αυτόν, εμμέσως, με το εφηβικό της μυαλό, ελπίζει να δελεάσει τον πατέρα της να τους επισκέπτεται συχνότερα, ακόμα και να επιστρέψει για να μείνει ξανά με τη μητέρα της Αδαμαντία και τη μικρότερη αδελφή της Λέλα. Όντως ο Μιχάλης ανταποκρίνεται και κάνει ενδελεχή μελέτη -πάντα στα μέτρα της ηλικίας του- ιστορική, κοινωνική, λογοτεχνική γύρω από τα Δεκεμβριανά, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όμως παρ’ όλη την προετοιμασία του ο πατέρας της Νίκης δεν εμφανίζεται. Σε αυτό το κομβικό σημείο οι δύο πρωταγωνιστές Μιχάλης και Νίκη σταματούν να βλέπονται και ξαναβρίσκονται ύστερα από εννιά χρόνια το ’85. Ο Μιχάλης είναι ηθοποιός και η Νίκη δημοσιογράφος, ουσιαστικά και οι δύο καλλιεργημένοι και διανοούμενοι, όμως συγχρόνως γήινοι, με φλόγα και αγάπη για τις χαρές της ζωής και κυρίως τον έρωτα. Εκείνο που επίσης δένει τους δύο εραστές είναι η αγάπη τους για το προσφυγικό Περιστέρι, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, οι αριστερές πεποιθήσεις τους για ένα δικαιότερο κόσμο, καθώς και το ενδιαφέρον τους για το ιστορικό παρελθόν, γιατί γνωρίζουν ότι ό,τι έγινε στο παρελθόν έχει αντίκτυπο και συνέπειες στο παρόν.

Ο χώρος της συνάντησης το ’85 είναι στο κέντρο της Αθήνας στο σπίτι του Άρη, με τον οποίο μερικά χρόνια αργότερα η Νίκη θα παντρευτεί, θα αποκτήσει δύο κόρες, αλλά με τον οποίο στη συνέχεια θα χωρίσει. Στο πάρτι η Νίκη έρχεται με τον τότε εραστή της Άβερελ – που είναι κοινός τους φίλος από τα εφηβικά τους χρόνια στο Περιστέρι. Ο φλογερός έρωτας του Μιχάλη και της Νίκης από τα χρόνια της εφηβείας  αναζωπυρώνεται κι έχουν την πρώτη ολοκληρωμένη ερωτική επαφή τους σε ένα από τα δωμάτια του μεγάλου σπιτιού, όπου ήταν καλεσμένοι και διασκέδαζαν στο πάρτι. Ο ερωτικός δεσμός τους κράτησε άλλα τρία χρόνια μέχρι το ’88, χώρισαν και μετά τα ξαναέφτιαξαν από το 2003 μέχρι το 2007, χωρίς να υπολογίσουμε τις περιστασιακές συνευρέσεις τους κατά καιρούς. Η Νίκη όλα αυτά τα χρόνια, από το ’85 μέχρι το 2011, αποτελεί το μήλο της έριδος ανάμεσα σε τρεις άνδρες. Το Μιχάλη, τον Άβερελ και τον Άρη. Τα είχε κατά διαστήματα και με τους τρεις άνδρες, κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει τους και παρ’ όλα αυτά πάσχιζαν μανιωδώς να την αποκτήσουν ο καθένας για τον εαυτό του παραγκωνίζοντας τους άλλους. Και βέβαια αυτός που την κερδίζει τελικά είναι ο Μιχάλης.

Παράλληλα με την διεκδίκηση της Νίκης από τους τρεις άνδρες, καθώς και όλων των αισθημάτων και πράξεων που προκύπτουν από αυτό, με τον πυρετό, την κατά κόρον και απροσχημάτιστα τολμηρή λαγνεία των ερωτικών σκηνών, το μυθιστόρημα προχωράει και συνυφαίνεται με την πιο κρυφή πληγή, δηλαδή με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Και φυσικά με το πόσο αυτή η συνταρακτική εποχή άφησε ανεξίτηλα σημάδια και επηρέασε την ιστορική και κοινωνική πορεία του τόπου μέχρι τις μέρες μας.

Ο Μιχάλης όλο αυτό το διάστημα από το ’76 και μετά δεν έπαψε να εντρυφεί σε κάθε είδους ιστορική, καλλιτεχνική και λογοτεχνική πηγή με θέμα τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Είναι τόση η μανία του  με το θέμα -ενσυνείδητα είναι ένας αγιάτρευτος ρομαντικός που πιστεύει στην επανάσταση των αδικημένων για μια καλύτερη ζωή- ώστε πολλές φορές φαντάζεται ότι συμμετέχει σε σκληρές μάχες, καταδιώξεις και κάθε είδους ριψοκίνδυνη επιχείρηση που έλαβε χώρα στους δρόμους τις Αθήνας τον τρομερό Δεκέμβρη του ’44.

“H pio kryfi pligi"Πέρα όμως από τις φαντασιώσεις, η πλοκή στο μυθιστόρημα  ξετυλίγεται με την περιγραφή του θεατρικού έργου που ετοιμάζει ο Μιχάλης, και το οποίο είναι μια θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Αριστείδη Νικολαΐδη η «Εξαφάνιση» που εκδόθηκε το ’75. Και εδώ η θεατρική διασκευή με τον τίτλο «Ο σκελετός», που εγκιβωτίζεται μέσα στο μυθιστόρημα, στηρίζεται στα δύο ουσιώδη κύρια θέματα: τον έρωτα και την Ιστορία, το πάθος για τη γυναίκα και τη συμμετοχή μας στα συλλογικά οράματα για έναν καλύτερο κόσμο.

Η συγγραφή του «Σκελετού» παίδεψε επί αρκετά χρόνια το Μιχάλη και πολλές φορές αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο η παθιασμένη ενασχόλησή του με τα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου. Όμως σε μια κρίσιμη στιγμή προβληματισμού θα μιλήσει μια βαθύτερη φωνή μέσα του με τα εξής λόγια: «Κοιτάζοντας όλη αυτή την ιστορία αναδρομικά μένω άφωνος. Από τη μια πλευρά είναι σαν να μην υπήρξα. Λες και κάτι άστοχο, κάτι κούφιο, κάτι τόσο ματαιόδοξο και μαζί ευτελές φωλιάζει εκεί που φυλάσσω τα ιερά και τα όσιά μου προς τα συλλογικά οράματα και μου έρχεται να βάλω τις φωνές, ζητώντας τα ρέστα, όχι δεν είναι αλήθεια ότι έγιναν όλα αυτά για μια βλακεία, για ένα τίποτα. Μου έρχεται να ουρλιάξω: έζησα, έζησα μέσα σε αυτά τα οράματα και θέλω να υπάρξω ξανά».

Από εδώ προκύπτει και ο τίτλος «Σκελετός» που δίνει στο θεατρικό έργο. Γιατί σκελετός είναι ό,τι μένει βαθύ και άφθαρτο μέσα στο χρόνο, ενώ η σάρκα με τη φλόγα και τα πάθη της εξαφανίζεται. Σκελετός είναι τα ιδανικά μας, οι αναλλοίωτες αξίες μας ατομικές και συλλογικές. 

Η επαναστατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας εκτυλίσσεται «Ο σκελετός» φέρνει στην επιφάνεια τις εσωτερικές συγκρούσεις του πρωταγωνιστή, φωτίζει τον ψυχικό εμφύλιο που συγκρούεται μέσα του, συμπίπτει με τα Δεκεμβριανά της ύπαρξής του. Άλλωστε και το μυθιστόρημα «Η εξαφάνιση» πάνω στο οποίο στηρίζεται «Ο σκελετός» δεν είναι παρά η εγγενής αδυναμία μας να συλλάβουμε την πραγματικότητα, να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας, να βεβαιωθούμε για την αξιοπιστία της μνήμης, να ψηλαφήσουμε ή να κατανοήσουμε το θείο, να απαλλαγούμε από το στίγμα της ενοχής, το άγχος της ελευθερίας. Τα κύρια μοτίβα του είναι ο θάνατος των ιδεολογιών, η απώλεια ταυτότητας, τα απρόσωπα κέντρα εξουσίας, η άναρχη φύση της σεξουαλικότητας, η θέση του Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο.

«Ο σκελετός» θα χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές ως πρόσχημα για να συναντάνε ο Μιχάλης και ο Άρης τη Νίκη, που τους κρατάει δεμένους στα μάγια της, καθώς επιδίωξή τους είναι το ανέβασμα του έργου στη σκηνή. Βέβαια, αυτό τελικά δεν θα πραγματοποιηθεί και με πρόταση της Νίκης θα παιχθεί η τελευταία πράξη του έργου με τον τίτλο «Πτώματα παντού», σαν είδος μονόπρακτου, για τρεις βραδιές σε ένα κατάμεστο από κόσμο μπαρ. Τα «Πτώματα παντού» καταλήγουν στην τραγική διαπίστωση ότι τα Δεκεμβριανά ήταν ένα τραγικό γεγονός όπου διαπράχτηκαν φρικαλεότητες και από τα δύο μέρη. Ένα μακελειό καταδικασμένο εκ των προτέρων, γιατί με τη συμφωνία της Γιάλτας από τις μεγάλες δυνάμεις η Ελλάδα έμπαινε στη σφαίρα επιρροής της Δύσης. Όμως το τραγικό εντείνεται περισσότερο από την πικρή αλήθεια που ξεστομίζει ο πρωταγωνιστής: «είναι έμφυτη η αιώνια εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η ενστικτώδης ροπή κάθε θηλαστικού σε αυτή την κτηνώδη κατάσταση. Να, γιατί αποτυγχάνουν οι επαναστάσεις. Είμαστε φυσικά υπέρ των καταπιεσμένων, όσο καιρό καταπιέζονται και είναι από κάτω, όσο καιρό αδικούνται. Τι γίνεται όμως όταν ξεσηκωθούν και πάρουν τα όπλα; Πού πάει το δικό τους φωτοστέφανο; Γιατί ο λαός είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ήρωας και δειλός, αγνός και τιποτένιος, αξιοθαύμαστος και αξιολύπητος. Το όνειρο του κάθε οικοδόμου, περιπτερά, του κάθε χειρώνακτα είναι να γίνει αφεντικό των συναδέλφων του και εδώ τίθεται το μεγάλο ερώτημα για κάθε επανάσταση». 

Όμως ο Μιχάλης έχει γερές ρίζες σε προσφυγική, λαϊκή συνοικία, άσχετα αν αργότερα έγινε μικροαστική και άρχισε να απολαμβάνει την ατμόσφαιρα πανηγυριού που ήρθε με τη Μεταπολίτευση. Οι ρίζες του είναι από το προσφυγικό Περιστέρι, όπου υπήρχαν σκληροί μάγκες αλλά και καλόπαιδα, λαϊκές νταρντάνες αλλά και πριγκίπησσες. Για τον Μιχάλη υπήρχε η μυθολογία του Περιστεριού, όπου έλαμπε η ντομπροσύνη, η αμεσότητα και η ευθύτητα, η εσωτερική ανάγκη να είσαι ξηγημένος όπως έλεγαν, να διαθέτεις ένα βαθύ υπόστρωμα ηθικής, όχι με τη στενή έννοια, αλλά με την τάση να νοιάζεσαι για συλλογικά οράματα και για τον διπλανό σου. Το λαϊκό Περιστέρι και η μυθολογία του έχει διαποτίσει τον ψυχισμό και του Μιχάλη και της Νίκης, η οποία σε ένα δημοσιογραφικό άρθρο της γράφει:

«Η δεκαετία του νέου αιώνα δεν άρχισε παρά την 11 Σεπτεμβρίου 2001 με την πτώση των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη. Όσο για το τέλος της, ήρθε κάπως νωρίς με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. Στη νέα αυτή δεκαετία του 2010 αλλάζουν πολλά. Γιατί το οικονομικό κραχ δεν φέρνει μόνο την κατάρρευση του καταναλωτισμού, αλλά και του ατομισμού. Πρόκειται για ένα σεισμό που φέρνει στο προσκήνιο αντί του εγώ το εμείς και κυρίως τις ταξικές διαφορές».

Με αυτά τα πιστεύω οι δύο πρωταγωνιστές θα συμμετέχουν ενεργά με ορμή, ζέση και αυταπάρνηση στο κίνημα των Αγανακτισμένων  το οποίο  περιγράφεται με ενάργεια  σε όλο το βάθος και την έκτασή του, έτσι όπως συνταρακτικά συνέβη το καλοκαίρι του 2011.

Αν και ο Μιχάλης γνωρίζει ότι οι σημερινές δυτικές κοινωνίες είναι παροπλισμένες, ευνουχισμένες κυριολεκτικά μέσα στην παγκοσμιοποίηση και την αλματώδη ανάπτυξη της υψηλής τεχνολογίας, αν και σε μια άκρη του μυαλού του διατηρεί την υποψία ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις μοιάζουν με νεύρωση και υστερία, εντούτοις σε μια άκρη του μυαλού του ως αδυσώπητα ρομαντικός πιστεύει ότι οι καταπιεσμένοι, οι από κάτω, είναι υποχρεωμένοι να αγωνίζονται για τα δίκαιά τους. Τα παρακάτω λόγια είναι δικά του: «το φαινόμενο των Αγανακτισμένων είναι μια μαγική εικόνα. Μέσα της κρύβεται ένα κομμάτι από το μέλλον μας και φυσικά αγνοούμε πιο από όλα ακριβώς θα είναι, ίσως υπάρχει εν σπέρματι μόνο. Και είναι αδύνατον να το γνωρίζει κανείς από τώρα. Αναμφισβήτητα όμως οι καιροί αλλάζουν».

Ο Μιχάλης ως χαρακτήρας, αλλά επιπλέον και από το γεγονός ότι είναι ηθοποιός, διαθέτει ευαισθησία, γερό ένστικτο, διαίσθηση,  πνευματική και διανοητική καλλιέργεια, μια αστείρευτη περιέργεια που τον ωθεί να εμπλουτίζει τις γνώσεις του για τον άνθρωπο, την τέχνη, τα κοινωνικά και φιλοσοφικά ρεύματα. Όλα αυτά του χαρίζουν μια αξιοθαύμαστη συναισθηματική ευελιξία, που τον βοηθάει να ξεπερνάει ή και να αποφεύγει τα εμπόδια που προκύπτουν και στο τέλος να κερδίζει, γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τελικά αυτός κέρδισε την καρδιά και την προτίμηση της πολυπόθητης Νίκης. Και είναι για χάρη της Νίκης που έγραψε το βιβλίο «Η πιο κρυφή πληγή», για την αγάπη τους και τη νοσταλγία που τον κατέκλυσε για τα πανέμορφα χρόνια της εφηβείας τους στο Περιστέρι.

Διαβάζοντας το βιβλίο απόλαυσα τον τρόπο με τον οποίο παρατηρεί και κρίνει όλα τα γυναικεία πρόσωπα, τη Νίκη, τη μικρότερη αδελφή της Λέλα, τη μητέρα της Αδαμαντία, την Κάλλια με την οποία είχε ερωτικό δεσμό κάποια χρόνια που δεν έβλεπε τη Νίκη, επίσης τις δύο έφηβες πλέον κόρες της Νίκης την Ιουλία και την Αμάντα. Είναι ένας άνδρας που αγαπάει το γυναικείο φύλο, το σώμα, τη χάρη του, την ακτινοβολία, κάθε μικρό και μεγάλο στοιχείο της συναισθηματικής και πνευματικής τους υπόστασης. Θαυμάζει και λατρεύει τη γυναίκα που είναι δυναμική στον έρωτα,  τα αισθήματα, αλλά και στο πνεύμα και τη διάνοια.

Το βιβλίο μαγεύει με την ενάργεια της έκφρασης, τη χυμώδη γλώσσα, τους ζωντανούς χαρακτήρες, την πλοκή που συνεχώς ελίσσεται με εκπλήξεις και απρόοπτα, με τον κοινωνικό και φιλοσοφικό στοχασμό, με τη λαγνεία και τον ερωτισμό που διανθίζει συνεχώς τη ροή του βιβλίου.

Εξόχως και εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το τμήμα εκείνο του μυθιστορήματος όπου ο συγγραφέας περιγράφει την κρίσιμη μετάβαση του Μιχάλη από την παιδική στην εφηβική ηλικία με όλη την έκταση των εκρήξεων της σεξουαλικότητας. Μιας σεξουαλικότητας που με λύσσα και φρενίτιδα θέλει να βεβαιωθεί ότι προχωράει και βρίσκει την ολοκληρωμένη ανδρική υπόστασή της, ότι ο έφηβος γίνεται άνδρας και μπορεί έτσι απρόσκοπτα να κτίσει την προσωπικότητά του. Οι περιγραφές είναι τολμηρές και αποκαλυπτικές, θελκτικά αληθινές,  με συγκλονιστική ειλικρίνεια ως προς την ηδυπάθειά τους.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος άφησε έντονο και πάλι το ιδιαίτερο στίγμα και τη σφραγίδα του και σε αυτό το ώριμο από κάθε άποψη βιβλίο του, την «Πιο κρυφή πληγή», και σας συστήνω να το διαβάσετε για τις έντονες συγκινήσεις, το στοχασμό και τα ερωτήματα που θέτει, παράλληλα με τις αλήθειες που εκμαιεύει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στη πορεία της πλοκής.

Αρέσει σε %d bloggers: