Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Η ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ, Παύλος Μεθενίτης: «Για τον Β.Ρ.»

Παύλος Μεθενίτης:

Για τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο

Η απαρίθμηση των βιβλίων του Ραπτόπουλου, οι τίτλοι και μόνον, χωρίς τους εκδοτικούς οίκους, πιάνει σχεδόν μια σελίδα, ή, αν θέλετε, σχεδόν δύο λεπτά ομιλίας.

Πολλά έχουν γραφτεί για το πολυγραφότατο του συγγραφέα. Ο άνθρωπος μάλλον ζει για να γράφει, παρά γράφει για να ζει. Και, δεν μου φαίνεται πως γράφει, όπως λέει, από απελπισία – γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Από μια άποψη, ο Ραπτόπουλος είναι ένας ευαίσθητος σεισμογράφος των δονήσεων που ταράζουν τον εντός και τον εκτός κόσμο του, καθώς αυτοί αλληλεπιδρούν και αλλάζουν. Λες και κάποιος, εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ή και νωρίτερα, να του σφύριξε στο αυτί το στίχο «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;» Και ο Βαγγέλης υπάκουσε ευχαρίστως: «οκέι, θα σου γράψω τι βλέπω!». Κι έτσι άρχισε να γράφει, άρχισε το ρεπορτάζ στους αλληλοτεμνόμενους κόσμους της ραπτοπουλικής φαντασίας και της ελληνικής πραγματικότητας, με την εμμονή σκύλου που γαβγίζει τα μηχανάκια, τρέχοντας δίπλα τους. Γιατί; Το ‘παμε: γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, γιατί μπορεί να το κάνει καλά, και γιατί αγαπάει το γράψιμο.

Η σοδειά της πένας του Βαγγέλη, τριάντα χρόνια τώρα, είναι παροιμιώδης: γραφτά στρωτά, γραφτά παράξενα, τρυφερά, σκληρά, καταγγελτικά, σατιρικά, ειρωνικά, πικραμένα, αστεία, ρεπορταζιακά, χρονογραφηματικά, κριτικά, δοκιμιακά, πολιτικά, θεατρικά… you name it, όπως θα έλεγε και ο επίσης πολυγραφότατος, και αγαπημένος του Ραπτόπουλου, Στίβεν Κινγκ.

Τι είναι αυτό το βιβλίο, η Υψηλή τέχνη της αποτυχίας; Σύμφωνα με τα δικά του λόγια, είναι «κάτι ανάμεσα σε ημερολόγιο, αυτοβιογραφία και χρονικό της δεκαετίας του 2000. Και επειδή πρόκειται για το ημερολόγιο ενός συγγραφέα, συνδυάζει τα προσωπικά με τη λογοτεχνία, και την κοινωνία με την πολιτική».

Εδώ, να μου επιτρέψει ο Ραπτόπουλος να πω πως, όπως το βλέπω εγώ, είναι μια Αναφορά στον δικό του Γκρέκο. Ποιος είναι αυτός; Μετά, θα τον ρωτήσω, να σας πει ο ίδιος. Αλλά προσωπικά πιστεύω πως είναι ο Άνθρωπος, με κεφαλαίο το άλφα, είναι το «εμείς», εσείς δηλαδή που μας ακούτε, εσείς που ακόμα διαβάζετε, εσείς που ανησυχείτε κι αμφιβάλλετε, εμείς όλοι που πιστεύουμε ακόμα πως το «dubito ergo cogito», το «αμφιβάλλω άρα σκέπτομαι», κάτι σημαίνει τελικά, ειδικά αυτή την εποχή, που μαστίζεται από θηριώδεις βεβαιότητες, όταν η συλλογική ψυχή μας μοιάζει με απέραντα άδειο σπίτι.

Πώς προσεγγίζει αυτή τη συλλογική ψυχή ο Βαγγέλης; Με αγάπη. Αυτό, στο βιβλίο, φαίνεται καθαρά. Παρόλο που ο ίδιος λέει πως «δεν είσαι η δουλειά σου», ή πως το να γράφει είναι ένα «κόλλημα», εγώ θα πω πως το γράψιμο είναι ο τρόπος του Βαγγέλη να αγαπά και να μαθαίνει τους ανθρώπους. Από την Άγρια Φυλή των Μπάπα Μπούπα, μέχρι τις γκαρσόνες στο Μπουρνάζι, κι απ’ τους πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες μέχρι τον ζοφερό εσωτερικό κόσμο του Εργένη του. Αγαπάει ακόμα και τον εαυτό του, αυτόν τον πνευματικό εργάτη, που κάθεται και χτυπάει σαν μανιακός τα πλήκτρα του υπολογιστή του ώρες ατέλειωτες.

Στην Υψηλή τέχνη της αποτυχίας ο Βαγγέλης γράφει και για τον Ραπτόπουλο. Ναι μεν δεν βραβεύτηκε ποτέ, ίσως γιατί τα γραφτά του ενόχλησαν πολλούς, αλλά έγινε ο λογοτεχνικός πρεσβευτής της περιώνυμης Γενιάς της Μεταπολίτευσης.  Ναι μεν κάποιοι κριτικοί τον έθαψαν, αλλά Ο εργένης έκοψε εκατόν πενήντα χιλιάδες εισιτήρια. «Ένιωσα ότι έπαιρνα την εκδίκησή μου», λέει σχετικά. Ναι μεν πλούσιος δεν έγινε από τα γραφτά του, απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, αλλά ζει από το γράψιμό του.  Αυτό, για πολλούς εργάτες της πένας, για πολλούς συμπατριώτες του της Γλωσσικής Πολιτείας, είναι άπιαστο όνειρο. Προσωπικά, τον θαυμάζω γι’ αυτό.

Εάν ο πολιτισμός έχαιρε του ελαχιστότατου σεβασμού στην Ελλάδα, ο Ραπτόπουλος θα έπρεπε να πληρώνεται από το κράτος για την προσφορά του. Όταν του το είχα πει αυτό, πριν από κάμποσα χρόνια, δίπλα στην παραλία θυμάμαι, ο Βαγγέλης είχε αντιδράσει εντονότατα. «Μισθός; Σύνταξη; Μα τι λες; Επειδή είσαι συγγραφέας; Γιατί; Το κέφι σου κάνεις!» Έτσι μου είχε πει τότε. Σήμερα, κρατώντας αυτό το πολυσέλιδο βιβλίο, να μου επιτρέψει ο Βαγγέλης να εμμείνω στην τότε άποψή μου.

Για να μην σας κουράζω άλλο, να πω ένα τελευταίο: Εύχομαι ο Βαγγέλης να συνεχίσει για πολλά χρόνια να γαβγίζει στα μηχανάκια και να βγάλει πολλά βιβλία ακόμα. Όταν όμως έρθει η φοβερή ώρα γι΄αυτόν, όπως θα έρθει για όλους μας,  ο Κριτής θα τον ρωτήσει: «Τι έκανες στη ζωή που σου δόθηκε, Ραπτόπουλε;» Τότε, ο συγγραφέας θα δείξει το βαρύ ζεμπίλι με τα βιβλία που ‘γραψε και θα πει: «έγραψα όλ’ αυτά, παντρεύτηκα μια όμορφη κι έξυπνη γυναίκα, κι έκανα και μια κόρη». Τότε ο κλειδοκράτορας θα χαμογελάσει, θα ανοίξει την πόρτα και θα πει: «Πέρνα στην Παράδεισο, γιατί αγάπησες πολύ».

Κείμενο που διάβασε ο πεζογράφος Παύλος Μεθενίτης στην παρουσίαση της Υψηλής τέχνης της αποτυχίας, στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας (Πέμπτη, 20/9/12).

Ρεπορτάζ στην ιστοσελίδα του φεστιβάλ Δράμας

Αρέσει σε %d bloggers: