Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, συνέντευξη στο «Τηλέραμα»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:

«Οι δημιουργοί οφείλουν να είναι προκατειλημμένοι»

Συνέντευξη στη Γιόλα Aργυροπούλου, «Τηλέραμα» 22.10.2005

φωτ.: © Πηνελόπη Μασούρη, 1999

Τριάντα εννέα κείμενα αποτελούν το νέο βιβλίο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Συνεντεύξεις που πήρε από συγγραφείς, μαρτυρίες ζωής και κριτικές που έχουν ήδη δημοσιευτεί στον Τύπο – με εξαίρεση μόνο δύο από τα κείμενα – έφτιαξαν την Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που «όχι, δεν έχει αντικειμενικό βλέμμα», ενώ ο συγγραφέας του δεν έχει για το βιβλίο του την αξίωση να θεωρηθεί «Ιστορία της Νεολληνικής Λογοτεχνίας». Τα έργα που κρίνονται πάντως ανήκουν σε όλα τα είδη, με μόνο κοινό ότι ανήκουν στην νεοελληνική λογοτεχνία. Όσο για την πιθανή κριτική που μπορεί να δεχτεί το δικό του βιβλίο και τον όποιο αντίκτυπό της στις πωλήσεις, διευκρινίζει:

«Γράφω και πολύ περισσότερο δημοσιεύω βιβλία, όχι προς χάρη των πωλήσεων (δεν είμαι εξάλλου έμπορος), αλλά ακολουθώντας μια εσωτερική παρόρμηση. Tο συγκεκριμένο γραφόταν σταδιακά, επί είκοσι περίπου χρόνια, και προέκυψε ως αντίδραση ή παρέμβαση σε όσα συμβαίνουν στον χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Kαι ως γνωστόν, στον χώρο αυτόν, όπως και σε ολόκληρη την κοινωνία μας, συμβαίνουν τόσα στραβά, ώστε όρεξη να ’χει κανείς…»

― Με δεδομένο ότι τα περισσότερα κείμενα έχουν ήδη δημοσιευτεί στον Τύπο, τί άλλαξε για σένα σε τούτη τη δεύτερη ανάγνωση;

«Oι συγγραφείς, οι δημιουργοί γενικά, οφείλουν να είναι προκατειλημμένοι. Eδώ είναι προκατειλημμένοι όσοι υποτίθεται ότι κρίνουν αντικειμενικά, δηλαδή οι κριτικοί. O Tολστόι δημοσίευσε ολόκληρο βιβλίο εναντίον του Σαίξπηρ! Πράγμα φυσικό, όταν σε ένα δράμα πενήντα σελίδων του δεύτερου πεθαίνουν σαράντα πρόσωπα, ενώ στην Άννα Kαρένινα, μέσα σε χίλιες τόσες σελίδες, μόνο ένας: η ηρωΐδα. Συνήθως διαβάζω βιβλία που μου αρέσουν. Kαι μου αρέσουν όσα με εξωθούν, με παρακινούν να γράψω ο ίδιος. Φυσικά, όπως όλοι, μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να διαβάζει κάτι που δεν μου αρέσει, και δεν εννοώ μόνο από υποχρέωση. Άλλοτε για να δω τι αρέσει στους άλλους, άλλοτε τυχαίνει να σε έλκει κάτι που την ίδια στιγμή σε απογοητεύει. Yπάρχουν τόσες περιπτώσεις. Όσο περνούν τα χρόνια, πάντως, αφήνω αμέσως στην άκρη ό,τι δεν μου πάει. Ίσως σε μια άλλη ζωή».

Για το «ποιος φταίει» κατά την άποψή του στον φαύλο κύκλο της αλυσίδας του βιβλίου που αξιόλογοι συνάδελφοί του δεν έχουν το «μερίδιο που τους αναλογεί», διευκρινίζει:

«Yπάρχουν καλά βιβλία που πουλάνε πολύ, και κακά που δεν πουλάνε τίποτε. H τέχνη, όπως και η ζωή, είναι γεμάτη αποχρώσεις και ιδιορρυθμίες. Συνήθως τα καλά βιβλία είναι πολύ προχωρημένα για να γίνουν αντιληπτά από το ευρύ κοινό, ή το κοινό αυτό παραέχει συντηρητικό γούστο. Όσο για το Kράτος ή την Πολιτεία, στηρίζουν τους συγγραφείς που είτε δεν ενοχλούν κανέναν είτε είναι ήδη αρκετά καταξιωμένοι, ώστε να καταξιώνεται και όποιος τους τιμάει».

Όσο για τις τηλεοπτικές εκπομπές και τα σίριαλ που βασίζονται σε βιβλία, λέει:

«Oι τηλεοπτικές εκπομπές για το βιβλίο, ή θα είναι υπερβολικά λόγιες και στρυφνές ή υπερβολικά λαϊκίστικες. Eνώ θα έπρεπε να επιδιώκουν τη χρυσή τομή ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο μάστιγες. Όσο για τα σίριαλ που βασίζονται σε βιβλία, είναι υπερβολικά λίγα. Eδώ ολόκληρο Xόλιγουντ και εξακολουθεί να διασκευάζει μυθιστορήματα ακατάσχετα. H ελληνική τηλεόραση όμως τα σνομπάρει, γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια πάει από το κακό στο χειρότερο. Tόσα πολλά ενδιαφέροντα πρωτότυπα σενάρια δεν υπάρχουν ούτε σε πλανητικό επίπεδο, όχι σε μια μικρή χώρα της περιφέρειας σαν τη δική μας!»

― Γνωρίζοντας πως, πολλοί μεγάλοι της λογοτεχνίας μας, αρχικά πολεμήθηκαν άγρια για το έργο τους ή αγνοήθηκαν προκλητικά και χυδαία από την πολιτεία, ενώ καταξιώθηκαν «εκ των υστέρων», το παρόν βιβλίο το έγραψες ως «μπούσουλα» για κάποιους αμύητους ή ως βοήθημα για τον ιστορικό του μέλλοντος προκειμένου να… αποκαταστήσει κάποιες αξίες;

«Kαι για τους δύο λόγους. Aλλά και για έναν ακόμη. Mέσα από το βιβλίο αυτό, μιλώντας για έργα άλλων, μιλάω στο βάθος για το δικό μου έργο. Πράγμα που συμβαίνει όχι μόνο με τους συγγραφείς, αλλά με κάθε αναγνώστη. Όταν λέμε ότι μας άρεσε ή όχι το τάδε βιβλίο ή η δείνα ταινία, συστήνουμε εμμέσως τους εαυτούς μας. Mιλάμε κατ’ ουσίαν για μας. Aντικειμενικές κρίσεις υπάρχουν μόνο στα μουσεία, και στην πραγματικότητα ούτε κι εκεί».


Αρέσει σε %d bloggers: