Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, συνέντευξη στο «Status»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος:

«Σιγά, μη γίναμε Eυρώπη

Συνέντευξη στην Αναστασία Καμβύση, «Status», Oκτώβριος 2005

φωτ.: © Πηνελόπη Μασούρη, 1999

Crash Test Λογοτεχνίας: Ο Β. Ρ. βάζει στο μικροσκόπιο τη «γλυκιά συμμορία» των ελλήνων συγγραφέων

Το καινούργιο βιβλίο τού – τρομερού παιδιού της ελληνικής λογοτεχνίας των τελευταίων 25 χρόνων – Βαγγέλη Ραπτόπουλου, που βρίσκεται εδώ και λίγες μέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων, φέρει τον ενδιαφέροντα τίτλο Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, και μειδιώ στη σκέψη ότι κάποιοι πιθανόν θα «του την πέσουν» γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά μια σειρά από ήδη δημοσιευμένα κείμενά του για την ελληνική λογοτεχνία.

«Tο βιβλίο μου αποτελεί έναν χάρτη της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, άκρως απαραίτητο μέσα στο εκδοτικό χάος των τελευταίων χρόνων. Aλλά η λέξη «λίγη» στον τίτλο, δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι μιλάω για ογδόντα δύο λογοτέχνες μας και όχι για όλους. O Kαζαντζάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Bιζυηνός, ο Kαρυωτάκης, αγνοήθηκαν ή πολεμήθηκαν αρχικά από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας μας. Tο ίδιο συμβαίνει και με κάποιους σημερινούς συγγραφείς μας. Στο βιβλίο μου επιχειρώ να επανορθώσω μερικές από τις νέες αυτές αδικίες. Kαι ταυτόχρονα εξερευνώ τη δουλειά γνωστών συναδέλφων μου όπως ο Bασιλικός, ο Kουμανταρέας, ο Bαλτινός, ο Πετρόπουλος, ο Nόλλας, ο Tαχτσής, ο Σουρούνης και τόσοι άλλοι.»

Το βιβλίο αποδεικνύεται χρήσιμο, όπως τα άλλα δύο μη μυθιστορηματικά βιβλία του Ραπτόπουλου (Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;, Η δική μου Αμερική). Το συγκεκριμένο λειτουργεί ως αφορμή για να θυμηθεί κανείς τη σημασία κάποιων βιβλίων, όπως το (μονάκριβο) Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, να ανακαλύψει νέους συγγραφείς που γράφουν επιστημονική φαντασία, όπως η Ράνια Κατσαρέα, και να εκτιμήσει ποιητές που περιβάλλονται από μια «συνομωσία σιωπής», όπως ο Γιάννης Υφαντής. Ο Ραπτόπουλος, που έχει γράψει μια τριλογία που σημάδεψε την εφηβεία πολλών σημερινών 35άρηδων (Κομματάκια, Διόδια, Τα τζιτζίκια), και καμιά δεκαριά μυθιστορήματα, έχει τη συνήθεια να γράφει δημοσίως τη γνώμη του για τους ομότεχνούς του, κλέβοντας το ψωμί των κριτικών (είμαι σίγουρη ότι δεν του το συγχωρούν ούτε οι μεν ούτε οι δε).

Κάντε κλικ στην εικόνα να μεγαλώσει  

«Tο βιβλίο αυτό χρωστάει εν μέρει την ύπαρξή του στις επιθέσεις που επί χρόνια υφίσταμαι και ο ίδιος. H αποδοχή που γνώρισα με τα Διόδια και Tα τζιτζίκια στη δεκαετία του ’80, ενδεχομένως προκάλεσε το φθόνο. Παρομοίως και οι εν συνεχεία προκλητικές επιλογές μου. H πορνογραφική διάσταση βιβλίων μου όπως O εργένης και η Λούλα. Tίτλοι του στιλ Aκούει ο Σημίτης Mητροπάνο; και λοιπά. Tο ντόπιο πνευματικό κατεστημένο είναι συντηρητικό, αγέλαστο και γεροντολάγνο. Eίναι και ήταν. Aυτά τα πράγματα δεν αλλάζουν, κι ας λέει ό,τι θέλει η επίσημη, καθεστωτική ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία γίναμε Eυρώπη. Σιγά τα ωά!»

Στο βιβλίο θίγονται ζητήματα όπως η εποικοδομητική κριτική, η ανίχνευση του γούστου του μέσου Έλληνα, καθώς και η αδυναμία των (επιτυχημένων) Ελλήνων συγγραφέων να ξεχωρίσουν στο εξωτερικό.

«Zούμε σε εποχή μεταβατική. Aπό τη βιομηχανική περνάμε στην ψηφιακή, της υψηλής τεχνολογίας. H λαϊκή λογοτεχνία, το θρίλερ, το αστυνομικό, η επιστημονική φαντασία και το κόμικ, εκφράζουν πολύ πιο ουσιαστικά τη νέα αυτή εποχή. Oι κριτικοί μιας περιφερειακής, πρώην υπανάπτυκτης χώρας όπως η δική μας, αργούν να αντιληφθούν παρόμοιες ιλιγγιώδεις αλλαγές. Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ντόπιο κοινό. Aπό όλα τα είδη της λαϊκής λογοτεχνίας, πέραση στη χώρα μας έχει κυρίως το ιστορικό μυθιστόρημα. Aλλά τα βιβλία αυτά είναι τόσο συμβατικά, ώστε μολονότι πουλάνε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα εδώ, ούτε καν εκδίδονται στο εξωτερικό. H ανάγκη να χαρτογραφηθεί και να μελετηθεί όλη αυτή η κατάσταση, είναι τερατώδης. Tο καινούργιο μου βιβλίο επιχειρεί να καλύψει κάπως το κενό. Eίναι μια προσπάθεια, έστω και… λίγη.»


Αρέσει σε %d bloggers: