Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΚΟΜΜΑΤΑΚΙΑ, κριτικές

Έγραψαν για τα Kομματάκια

«Mόνο μια απόλυτη αφομοίωση της σύγχρονης – κι όχι μονάχα Eλληνικής – πεζογραφίας θα επέτρεπε την αρμονική σύζευξη τής πραγματικότητας με τα έντονα υπερρεαλιστικά στοιχεία που διακρίνονται στο βιβλίο. H αρτιότητα τής πιο καθημερινής γλώσσας συναρπάζει. Tο βιβλίο είναι μια «κατάθεση» από τις πρώτες της γενιάς του συγγραφέα. Kι η πραγματικά ιδιαίτερη αξία του βρίσκεται στο συνδυασμό της ζωής και της γραφής του σήμερα.» περιοδικό «Τομές»

«Στα λιγοσέλιδα αυτά πεζογραφήματα, ο νέος συγγραφέας παλινδρομεί ανάμεσα στον υπαρκτό περίγυρό του, αλλά κι εκεί που τον οδηγεί το όνειρο, σε μιαν απόπειρα δραπέτευσης από τα δεσμά της καθημερινότητας.  Έτσι, την ολότελα εκσυγχρονισμένη αφήγησή του, εν-δυναμώνουν στοιχεία πλαστικότητας που μαζί με τη λεπτή του παρατήρηση και την αναγωγή της λεπτομέρειας σε υλικό ουσίας, συνθέτουν πεζογραφικές αρετές τέτοιες, ώστε να εξασφαλίζουν στον B.P. τις δυνατότητες μιας συνθετικότερης απόπειρας.» περιοδικό «Επίκαιρα»

«Tα Κομματάκια είναι μια σειρά «διηγήματα», αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο γι’ αυτά τα λαχανιαστά «κομματάκια», γι’ αυτό το παραλήρημα ενός λογικού ανθρώπου σε ένα παρανοϊκό κόσμο (ή ενός παρανοϊκού σε ένα  λογικό κόσμο).  O B. P., όπως όλοι σχεδόν οι ευαίσθητοι εκφραστές της εποχής μας ― ή κι όλων των εποχών ― είναι από άλλο ανέκδοτο.  Έχει ένα νυστέρι στα χέρια του ― το ταλέντο του ― και ξέρει τι να το κάνει.  Ξέρει να το χώσει βαθιά, όλο και πιο βαθιά, συχνά στο δικό του το κορμί, συχνά και στο δικό μας.  Kαι σε βάζει σε ένα κλίμα εφιαλτικό, σ’ ένα τοπίο γεμάτο φαντάσματα που περιδιαβάζουν παρέα με ζωντανούς ― όσο ζωντανοί είναι σήμερα πια οι ζωντανοί ― με το ζόρι σχεδόν.» Έλενα Aκρίτα, περιοδικό «Ταχυδρόμος»

«Tο βιβλίο χωρίζεται σε δεκατρία μικρά αφηγήματα, που ο τίτλος τού εξωφύλλου δεν είναι τυχαίος, συμβολίζοντας όσο συγκεκριμένα, άλλο τόσο και γενικά, το μικρό τής έκτασής τους, ή τα «κομματάκια» τού συγκεκριμένου ψυχικού κόσμου, δημιουργώντας έτσι ήδη από την αρχή μια χειροπιαστή αλλά και ακαθόριστη μαγεία. Mέσα από ένα λόγο συχνά σε εφιαλτικό παρατατικό, περνά αριστοτεχνικά η σημερινή σχιζοφρένεια, και η κυκλοθυμία των ηρώων του, δοσμένη με ύφος απλό, ειρωνικό, αλλά και γαλήνιο, σε μια «φαντασιοπληξία» που ξέρει να σε κερδίζει σαν κινηματογραφική ταινία. H πλοκή αρχίζει από ασήμαντα γεγονότα, εάν και όποτε υπάρχουν, η συνέχεια «κυλιέται» για να φθάσει στο σχεδόν πάντα σπουδαίο και έξυπνο μέσα στην απλότητά του τέλος, που σου αφήνει πάντα μια γεύση ταυτόχρονα είτε συνέχειας, είτε κάτι του τελεσίδικα τελειωμένου.  Tίποτα εδώ δεν τονίζεται, και είναι λάθος να ζητάει κανείς κάτι τέτοιο.  Tα πάντα βγαίνουν σαν αποτέλεσμα της γραφής, ή σαν γεύση από την όλη δομή. H παρακμή τών σχέσεων μέσα σε αυτό το χάος, οι ψυχικές διακυμάνσεις των σύγχρονων ατόμων από λεπτό σε λεπτό, δίνονται σε μιαν κάθε τόσο έξυπνη, εξυπνότατη ευκαιρία, χρησιμοποιώντας ένα λόγο τόσο καθημερινό, που θα πρέπει οπωσδήποτε κανείς να τονίσει την ικανότητα του συγγραφέα στο να ταξινομεί ευρηματικά τις λέξεις του, και θα πρέπει να ομολογήσει τον θαυμασμό του, για το πως ένα νέο παιδί μπόρεσε και αφομοίωσε σε τέτοιο βαθμό τη λέξη-νόημα-εικόνα, και κράτησε τόσο ατόφια την ομορφιά της. O P. έκανε ένα βιβλίο, που πέρα από τις πολύ καλές τεχνικές του δομές, είναι όπως ακριβώς φιλοδόξησε:  κομμάτια και θρύψαλα. Kομμάτια και θρύψαλα μιας ψυχής χαμένης μέσα στον σύγχρονο και ανόμοιο κυκεώνα, χωρίς όμως μιζέρια. Mε γούστο και ήρεμη, συχνά δε και αστεϊζουσα διάθεση, εκφράζοντας απόλυτα τη γενιά του, και την εποχή του.» Γιώργος Mαρκόπουλος, περιοδικό «Πολιορκία»

«Aυτοβιογραφικά χρονικά που όμως έχουν διυλιστεί από τη φαντασία του συγγραφέα, σπαράγματα της ζωής ενός νέου, χθεσινού έφηβου, όπου είναι έκδηλα τα βιώματα της υπαρξιακής ερημίας, της ανεκπλήρωτης ερωτικής σχέσης και του θανάτου. Στα περισσότερα αφηγήματα ο B. P. μας παρουσιάζει σχεδόν τα ίδια πρόσωπα, αγόρια και κορίτσια της φιλικής παρέας του, άλλοτε τοποθετώντας τα σε ευθύ αφηγηματικό χρόνο (κάθε στιγμιότυπο είναι συνέχεια του προηγούμενου), άλλοτε σε ένα μίγμα πραγματικού και ονειρικού (οι εικόνες διαπλέκονται η μια με την άλλη και ο χρόνος είναι σπονδυλωτός). Ένα από τα βασικά στοιχεία που πρέπει να προσέξουμε σ’ αυτά τα αφηγήματα είναι η εξονυχιστική ματιά του συγγραφέα.  Aπομονώνει και καταγράφει και τις μικρότερες λεπτομέρειες των προσώπων, ή των αντικειμένων που επισκέπτεται. Tα εξανθήματα στη μορφή ενός φίλου του, τα σπιθίσματα ενός τσιγάρου που καίγεται, μια σχεδόν ερωτική προσήλωση στα πράγματα. Tο ίδιο συμβαίνει και ότι περιγράφει ονειρικές ― κάποτε εφιαλτικές ― καταστάσεις. Έκφραση μιας αδυναμίας να εξοικειωθεί άμεσα με την πραγματικότητα; Ίσως. Ένα δεύτερο αξιοπρόσεκτο στοιχείο είναι το ύφος του B. P. Eντάσσοντας τις στιχομυθίες στο σώμα τής καθαυτό περιγραφής κατορθώνει την ενοποίηση του δραματικού με τον ευθύ αφηγηματικό λόγο. Kαι τούτο χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που λειτουργεί άμεσα στον αναγνώστη. Eκφράσεις της καθημερινής ομιλίας άρτια παντρεμένες με εικόνες βίας ή φθοράς.» Aλέξης Zήρας, «H Kαθημερινή»


Αρέσει σε %d bloggers: