Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Γιάννης Υφαντής: Ένα γράμμα

«Ο Ποιητής ως αγρότης», φωτ.: Γιώργος Λίλλης, 1995

Αιτωλία, Λευκάδα, 2003

Καλέ μου Βαγγέλη:

Καθώς βγαίνω από την Ελλάδα για τρεις μήνες ή για πάντα (ποιος ξέρει;), και μου ζήτησες να γράψω σ’ ένα χαρτί όσα σημείωσα διαβάζοντας τα βιβλία σου, θυμήθηκα τον Λάο Τσε που σαν έφευγε από την Κίνα, υποκύπτοντας στην επιμονή του φρουρού των συνόρων να γράψει ένα βιβλίο πριν εγκαταλείψει τη χώρα, κάθισε κι έγραψε το ΤΑΟ TE ΚIΓΚ, κ’ ύστερα πέρασε την πύλη. Δεν εξισώνω βεβαίως τον Λάο Τσε με τον εαυτό μου, ούτε τον θρύλο αυτόν με την περίπτωσή μας. Απλώς μ’ ευχαριστεί να μιλώ για τον Λάο Τσε, να παραμυθιάζομαι και να βρίσκω τρόπο να βάζω στην παρέα μας κι έναν από τους πανάρχαιους φίλους.

Λοιπόν, για να φανερώσει κανείς σήμερα, μέσα σε πέντε σειρές, το πρόβλημα Υφαντής σ’ όλες τις διαστάσεις του, χρειάζεται να έχει τη γενναιότητα του αληθινού συγγραφέα. Και βέβαια το γενναίος συγγραφέας και το αληθινός συγγραφέας, για μένα, είτε πάνε μαζί είτε δεν υπάρχουν καθόλου. Να το πω αλλιώς; Στο χώρο της τέχνης, μόνο το αληθινό ταλέντο φέρνει στον λυτρωτικό καλλιτεχνικό οργασμό. Και μόνο ο λυτρωτικός καλλιτεχνικός οργασμός έχει ως αποτέλεσμα την πρωταρχική αφοβία, κέντρο ανάπτυξης του ενθουσιασμού, κατοικία του δημιουργού και υπερασπιστή κάθε δημιουργίας.

Αντίθετα, χωρίς το αληθινό καλλιτεχνικό ταλέντο που φέρνει στον λυτρωτικό δημιουργικό οργασμό, ακολουθώντας κανείς όχι τη φυσική του κλίση αλλά τη ματαιοδοξία του (πράγμα που κάνουν οι δήθεν συγγραφείς και ποιητές μας), θα γίνει ένας «ματάκιας», ένα «κλεφτρόνι». Κι ακόμα, μη φτάνοντας ποτέ στο να νοιώσει ά-φθονος,  κατεχόμενος διαρκώς από τον φθόνο, καταντάει να γίνει ένας επιστήμων της διαστρέβλωσης, ένας επαγγελματίας της αποσιώπησης, κι εντέλει ένας δολοφόνος του καλλιτέχνη και της τέχνης.

Ήταν αυτός ο συλλογισμός που μ’ έκανε να προστρέξω στα βιβλία σου. Και δεν διαψεύστηκα. Βρήκα εκεί τον αληθινό συγγραφέα, το αληθινό ταλέντο. Και βέβαια, απ’ όσα σημείωσα, είτε στο ημερολόγιο μου, είτε στα περιθώρια των βιβλίων σου, καθώς τα διάβαζα, συγκεντρώνω μερικές σκέψεις και σου τις αραδιάζω εδώ:

1. Αν όπως υποστηρίζουν πολλοί, είναι κανείς σπουδαίος συγγραφέας, όταν αρχίζεις την ανάγνωση του βιβλίου του και δεν μπορείς να την σταματήσεις, τότε είσαι σπουδαίος συγγραφέας. Όχι μόνο εγώ, αλλά κι άλλοι όπως μου είπαν, όταν αρχίζουν ένα βιβλίο σου, δεν μπορούν να το σταματήσουν, τους τραβάς, μέχρι το τέλος, σα να διαβάζουν τη μοίρα τους μέσα εκεί ή ν’ ανακαλύπτουν τον βαθύτερο εαυτό τους.

2. Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει από συνειδητή πρόθεσή σου, αλλά, σ’ όλα σου τα βιβλία (εκτός από κάποιο παλαιό σου, από τα πρώτα που έγραψες), οι ήρωές σου ποτέ δεν καταφεύγουν στην ανθρώπινη δικαιοσύνη, στα κρατικά δικαστήρια, για να δικαιωθούν. Μόνοι τους φέρνουν την κάθαρση, ως επίκουροι της Δίκης του Hράκλειτου ή, το πιο συχνό, μόνη της έρχεται η κάθαρση, ως φυσική συνέπεια, ως εφαρμογή των φυσικών νόμων, ως επέμβαση της Δίκης του Αναξίμανδρου.

Κι εδώ, μοιάζουν τα έργα σου με τα έργα των αρχαίων τραγικών, όπου έρχεται η κάθαρση, όχι βέβαια κινούμενη από ηθικούς νόμους (καθώς ξεκαθαρίζει ο Σεφέρης), αλλά σαν αποτέλεσμα: των φυσικών νόμων.

Όμως εμένα αυτή η διαδικασία της κάθαρσης στα έργα σου, με τον τρόπο που γίνεται, με πάει και κάπου αλλού: Οι ήρωές σου και μαζί και οι αναγνώστες σου, φτάνουν τόσο βαθειά στο ανακάτεμα του υποσυνειδήτου, ώστε το πρόβλημα να βγαίνει από την χαοτική είτε λαβυρύνθεια κρυψώνα του, να βγαίνει στην ορατή από την ανθρώπινη συνείδηση επιφάνεια, παίρνοντας μιαν οικεία στον άνθρωπο μορφή, από εκείνες που το σύμπαν έχει στα αρχεία του για όλα τα είδη και επίπεδα συνειδητότητας. Αυτή λοιπόν η διαδικασία με πηγαίνει, στο περίφημο Μαντείο και συνάμα θεραπευτικό κέντρο της αρχαιότητας, το Αμφιαράειο.

Εκεί όπως ίσως γνωρίζεις, ο ασθενής (κι όλοι οι άνθρωποι είναι ασθενείς καθώς λέει ο Έλιοτ, αφότου «έπεσαν από την σοφία στις γνώσεις κι από τις γνώσεις στις πληροφορίες», είτε, αφότου αποδέχτηκαν την πανάρχαια προδοσία). Εκεί λοιπόν στο Αμφιαράειο, ο ασθενής (όπως ο κάθε ήρωάς σου και αναγνώστης σου), έπρεπε ο ίδιος να σφάξει ένα πρόβατο (πράγμα φοβερό για τους περισσότερους ανθρώπους), να το σφάξει κι έπειτα να το γδάρει μόνος του. Και τυλιγμένος ύστερα μ’ αυτό το ματωμένο δέρμα, να κοιμηθεί στην αυλή του Μαντείου-Θεραπευτηρίου.

H διάπραξη αυτών των φρικτών πράξεων κι όλη η διαδικασία, ταρακουνούσε το ασυνείδητο και το υποσυνείδητο του ασθενούς. Έτσι ερχόταν στην επιφάνεια με τρόπο ονειρικό-συμβολικό, είτε με άλλους τρόπους, το πρόβλημα που σκορπισμένο, άμορφο, ανομάτιστο, μέχρι τότε υπήρχε μέσα στον άνθρωπο. Ερχόταν πια με μορφή και όνομα, γινόταν συγκεκριμένο, είχε σαφή όρια και γι’ αυτό μπορούσε να αντιμετωπιστεί, τόσο από τους ιερείς-ιατρούς, όσο κι από τον ίδιο τον ασθενή.

Σχεδόν, σ’ όλα σου τα βιβλία, υπάρχει αυτή η αμφιαράεια διαδικασία. Σ’ όλα σου τα βιβλία λαμβάνει χώραν αυτή η φοβερή και ιαματική διαδικασία. Είναι ολοφάνερο, μα το σημειώνω, από τον φόβο μήπως κανείς δεν το εντοπίσει. Και θα είναι κρίμα.

3. Κι έρχομαι σ’ ένα άλλο θέμα που κυριαρχεί στα βιβλία σου: το ερωτογράφημα. Το ερωτογράφημα, το οποίο οι άνθρωποι, είτε από άγνοια της ελληνικής γλώσσας, είτε από κακή πρόθεση και βλακεία, το μπερδεύουν με το πορνογράφημα. Μα πορνογραφία είναι τα γραφτά που έχουν να κάνουν με τα πορνεία τα οποία κάτω από τον έλεγχο της αστυνομίας και του νταβατζή, κάτω από τον νομοταγή τους καθωσπρεπισμό, προσφέρουν έναν έρωτα άκρως προβληματικό, ανεπαρκή και κατά βάθος συντηρητικό. Τα πορνεία, όπως λέει ο Μπλαίηκ, χτίζονται με τα ίδια τούβλα με τα οποία χτίζονται και οι εκκλησιές. Είναι και τα δυο τόποι ελεγχόμενης εκτόνωσης του καταπιεσμένου κοινωνικά ανθρώπου, από τον Πενθέα κάθε εποχής. Και βέβαια ο ελεύθερος, ο ανεξέλεγκτος και ανυπόταχτος φυσικός έρωτας (ο Διόνυσος της έκστασης), τρομάζει τους ανθρώπους περισσότερο από τα πορνεία και την κόλαση.

Ο πουριτανισμός είναι το κάλυμμα που σκεπάζει τα βάθη του εαυτού, τα οποία ο άνθρωπος φοβάται ν’ αντικρύσει. «Ανθρώπινο είδος, δεν αντέχεις πολύ πραγματικότητα». Κι όμως, «θα πρέπει να χάσεις την ψυχή σου για να τη βρεις». Πρέπει να σπάσεις τον πουριτανισμό, την ήσυχη επιφάνεια και να βυθιστείς στην άβυσσο, να παλέψεις με τα εγωικά τέρατα και να συναντήσεις, σαν τον Οδυσσέα, τον συλλογικό εαυτό. Αλλιώς δεν γίνεται να συνεχίσεις το ταξίδι, αλλιώς δεν γίνεται να ολοκληρώσεις το έπος, θα μείνεις ένας νη-έπιος, ένας νήπιος.

H ελεύθερη διακίνηση λέξεων, ιδεών και περιγραφών (δηλαδή το ερωτογράφημα είτε ερωτογραφία), αποτελεί μια από τις λυτρωτικές διεξόδους για τον κλεισμένο στο λαβύρινθο πραγματικό εαυτό. Με τα γραφτά σου προσφέρεις γενναιόδωρα αυτή τη διέξοδο. Και βέβαια η ίδια η διψασμένη για φανέρωση λυτρωτική πραγματικότητα, σε οδηγεί να φανερώσεις τον έρωτα τον φτασμένο στα πιο επικίνδυνα όριά του, εκεί όπου συναντιέται με τον αδερφό του, συνεργό του, είτε άλλο του εαυτό, τον θάνατο («Διόνυσος και Άδης είναι ένα»). Έτσι αποκαλύπτεις ότι πίσω από το ρομαντικό μαγνάδι των τρομοκρατημένων όρθιων νεκρών, δυο πράγματα λυτρώνουν πραγματικά τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, και πλήρως: ο έρωτας, είτε ο θάνατος. Είναι σκληροί και οι δυο, μα συνάμα είναι και οι μόνοι που είναι απόλυτα λυτρωτικοί.

Τελειώνοντας θέλω να πω, ότι διαβάζοντας τα θαυμάσια μυθιστορήματά σου, είτε τα υπέροχα δοκίμια σου, νοιώθω ως συγγραφέας ευτυχής, για πολλά μα συνάμα και για τούτο: Μπορώ να λέω: Να που βρέθηκε κάποιος να γράψει αυτά που ήθελες να γράψεις είτε ήθελες οπωσδήποτε κάποιος να τα γράψει. Iδού λοιπόν που συμβαίνει αυτό το θαυμαστό: να γίνεται εντέλει εκείνο που έπρεπε να γίνει. Να γίνεται από κάποιον άλλο. Και μάλιστα τόσο καλά. Διότι «ψυχής πείρατα ουκ αν εξεύροιο, ούτω βαθύν λόγον έχει». Νάτη λοιπόν η ψηφίδα που έπρεπε να μπει εδώ. Έπρεπε να έρθει ο ορισμένος αυτός συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος να την τοποθετήσει. Iδού λοιπόν που όλο και προχωρεί προς την πλήρη φανέρωση του, το θαυμάσιο ψηφιδωτό στο ναό του Κόσμου. Στο ναό που έχει ύψιστη, πρωταρχική αξία. Διότι μόνο εντός αυτού, όλα τα όντα, αποκτούν την πρωταρχική τους οντότητα, την αρχιερατική τους υπόσταση. Μόνο εντός αυτού καταργείται η πανάρχαια προδοσία. Ενώ έξω από αυτόν, το κάθε ον, είναι και υφίσταται, ό,τι ο εκπεσών άνθρωπος νομίζει ότι είναι, ό,τι ο εκπεσών άνθρωπος νομίζει ότι πρέπει να υποστεί. Και βέβαια μιλώ για την επαναπόχτηση αυτού που άλλοι ονομάζουν παράδεισο.

Σε φιλώ και σ’ ευχαριστώ.

Γιάννης Υφαντής

Υ.Γ. Ξέχασα να σου εκμυστηρευτώ πως είμαι ερωτευμένος με τη Λούλα σου. Περιμένω λοιπόν σ’ ένα σου από τα επόμενα μυθιστορήματα να μου τη γνωρίσεις.

Σημείωση: Όταν επιστρέψω, θα ξαναδιαβάσω τα έργα σου. Τότε ίσως (ξαναευρισκόμενος πλήρως στην ατμόσφαιρα τους) μπορέσω να διατυπώσω τις σκέψεις μου γι’ αυτά, με πολύ καλύτερο τρόπο. Χρησιμοποίησε όπως θέλεις αυτό το γραφτό και σ’ όποιο πρόσωπο σε βολεύει. Αν δεν σου αρέσει (πράγμα πολύ πιθανό), πέταξέ το.


Αρέσει σε %d bloggers: