Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΦΙΛΟΙ, Σοφία Νικολαΐδου: «Εχθροί και φίλοι»

Σοφία Νικολαΐδου

Εχθροί και φίλοι

φωτ.: Κώστας Αμοιρίδης

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι γνωστός για τα βιβλία που γράφει, για τα άρθρα του, για τις – ενίοτε αιρετικές – απόψεις του. Είναι συχνά προκλητικός, δεν κάθεται φρόνιμα, του αρέσει να βγάζει τη γλώσσα. Έχει εχθρούς. Και, φυσικά, έχει φίλους.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος γράφει για το σήμερα. Όχι το αλλού και το άλλοτε. Δεν τον ενδιαφέρουν τα περασμένα μεγαλεία και οι πάλαι ποτέ ιστορικές δόξες. Τον ενδιαφέρει η αποτύπωση του σήμερα. Πατάει με τα δυο πόδια στο αφηγηματικό παρόν, τον ντοπάρουν μυθοπλαστικά τα γεγονότα, την ώρα που βράζουν. Ή λίγο μετά. Δεν περιμένει να παγώσουν και να γίνουν ιστορία. Πιάνει στα χέρια του τις καυτές πατάτες. Αυτές είναι το υλικό των βιβλίων του.

Στο τελευταίο μυθιστόρημά του, με τον μονολεκτικό, κοφτό και άκρως δηλωτικό τίτλο Φίλοι, ο Ραπτόπουλος επιχειρεί να συνδυάσει τα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας (δικτατορία, διαδηλώσεις, μεταπολίτευση, Πασόκ και Πασοκίτιδα, δίκη 17 Νοέμβρη, 11η Σεπτεμβρίου, Ολυμπιακοί της Αθήνας) με την προσωπική περιπέτεια τριών φίλων. Που μεγαλώνουν στο Περιστέρι, φτιάχνουν ή χαλάνε τις ζωές τους, τα βγάζουν πέρα με τον τρόπο τους. Ο μονόχνοτος, εριστικός, αποφασισμένα μοναχικός Ανδρέας. Ο γλυκύς, πράος, Ηλίας, ο Ηλίας που γίνεται χαλί να τον πατήσουν και μοιράζει αφειδώς τη φροντίδα του. Ο αφηγητής, που στέκεται ενδιάμεσα, ούτε διαρκώς με τη σπάθα υψωμένη ούτε και με καρφωμένο στα μαλλιά το φωτοστέφανο, συντροφικός και συζυγικός ως το τέλος. Γνωρίζονται και κολλάνε σε μια σχολική αυλή το 1967, τη στιγμή που τα αθώα παιδάκια πλακώνονται για τα καλά στο ξύλο με μένος πιωμένου λοκατζή. Κι αρχίζει η κοινή πορεία τους. Σπουδές, δουλειές, έρωτες που δε φτουράνε κι έρωτες που καταλήγουν σε στεφάνωμα. Οικογενειακός κλοιός, οικογενειακά απόνερα, σαλταρισμένες μάνες, γονεϊκή μαύρη τρύπα, αδέλφια-βάσανο, παιδιά. Κι όλα αυτά να διασταυρώνονται με τις ειδήσεις στην τηλεόραση και με την ας-την-πούμε «ιστορική καθημερινότητα». Δηλαδή με μια καθημερινότητα που γίνεται ιστορία, την ίδια στιγμή που καταναλώνεται. Ιστορία που τρέχει, που δε διαθλάται από το φακό της μακροσκόπησης και της απόστασης, που αναπτύσσεται μέσα στα πόδια μας, την ώρα που ζούμε τη ζωή μας. Ένα πιγκ πογκ ιστορικών και προσωπικών γεγονότων.

Αν ήμουν δεξαεξάρης ρεϊβεράς, στο φόρτε της εξεταστικής, με την ορμόνη να τρέχει και χίλιες θολούρες στο κεφάλι μου, θα διάβαζα αυτό το βιβλίο μονορούφι. Θα καταλάβαινα πολλά για τη γενιά των γονιών μου και τους φίλους μου, δε θα βαριόμουν όπως αν διάβαζα μαθήματα, θα έκλεβα ατάκες για να τις πετάξω σαν έξυπνος μετά στην παρέα.

Αν ήμουν σαρανταπεντάρα εργαζόμενη μαμά, θα διάβαζα το βιβλίο, για να δω τη γενιά μου. Το πώς μπλέκεται η προσωπική μας ιστορία με τα γεγονότα των ειδήσεων. Να κάνω ανασκόπηση και απολογισμό. Να δω στον καθρέφτη αυτό που βλέπω δίπλα μου και το προσπερνάω ένοχα και βιαστικά.

Αν ήμουν εβδομηνταπεντάρης συνταξιούχος, θα διάβαζα το βιβλίο, για να δω τι γράφουν οι νέοι και τα φερέλπιδα μειράκια. Πώς αντιλαμβάνονται τη λογοτεχνία και πως διαθλούν τη ζωή τους μέσα σε αυτήν. Να ακούσω τη γλώσσα της γενιάς τους. Να κλέψω εικόνες και σκηνές. Να μπω κρυφά στο μυαλό τους.

Αν ήμουν η κόρη του Ραπτόπουλου, θα διάβαζα το βιβλίο μετά από χρόνια, ω ναι, θα ήξερα ότι ο μπαμπάς αφηγείται μια ιστορία που έφτιαξε με το μυαλό του, ψέματα δηλαδή, αλλά τα παιδιά των συγγραφέων, ξέρετε, διαβάζουν αυτοβιογραφικά, οπότε μαύρο φίδι που τον έφαγε. Και θα μου άρεσε που ο μπαμπάς γράφει έτσι, αλλά σιγά μην του το έλεγα ποτέ.

Ο Ραπτόπουλος έχει γλώσσα, αφηγηματικό ρυθμό και έναν έξοχο τρόπο να κρεμάει τις φράσεις του, ιδίως αυτές που κλείνουν τα κεφάλαια του βιβλίου. Ο τίτλος «φίλοι» δεν είναι απλώς περιγραφικός: η ιστορία του δεν αφορά απλώς μια παρέα φίλων. Αφορά, σε ένα δεύτερο, πιο βαθύ επίπεδο, τους ισχυρούς δεσμούς της φιλίας. Τις εκλεκτικές συγγένειες, που μας ενώνουν με τους άλλους, όταν τους επιλέγουμε να σταθούν δίπλα μας. Ο Ραπτόπουλος φτιάχνει ένα τελευταίο κεφάλαιο με τρόπο, που απογειώνει το αφηγηματικό υλικό του.

Δημοσιεύθηκε στην «Athens Voice» (τεύχος 132, 13-19 Ιουλίου 2006)

Αρέσει σε %d bloggers: