Τα βιβλία του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ, Αλέξης Ζήρας, «Η Αυγή της Κυριακής»

Αλέξης Ζήρας:

Μια βουτιά στο παρελθόν

φωτ.: entefktirio.blogspot.com, 14.10.2009

Σε σχέση με την Επινόηση της πραγματικότητας, το προηγούμενο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, μια πολυεπίπεδη αναπαράσταση του σύγχρονου ελληνικού χάους, από την οποία είχα κρατήσει προπάντων την αιχμηρή σάτιρα για το γενικό ξεχαρβάλωμά μας, το τωρινό του βιβλίο είναι μια αναδίπλωση. Μια απότομη σμίκρυνση του μεγάλου ορίζοντα, έτσι ώστε να ακολουθήσουν η αφήγηση και οι επινοήσεις της την εσωτερική ματιά των αναμνήσεων ενός τριαντάχρονου, του Άγγελου Γεωργιάδη, αλλά και να προσηλωθούν στις μικρές λεπτομέρειες της αργής συναισθηματικής του ωρίμανσης. Μπορεί ο τίτλος να είναι Χάσαμε τον Μπαμπά, και πράγματι ο ΄Αγγελος επί χρόνια είχε χάσει κάθε επαφή με τον πατέρα του, ωστόσο όλο το μυθιστόρημα περιδινίζεται γύρω από αυτή την πολύχρονη αίσθηση της πατρικής απουσίας ∕ παρουσίας, κατά τρόπο που να υποδηλώνει μάλλον το αντίθετο: ο Μπαμπάς –πάντοτε αναφέρεταιμε κεφαλαίο «Μ»– είναι συνεχώς εδώ! Είτε με την αυτόματη αναβίωση στιγμών και εικόνων που ο γιός τις συγκεντρώνει από δικές του παιδικές αναμνήσεις, είτε, το συνηθέστερο, με την επινόησή τους, αφού, όπως ομολογεί κάπου «οι πραγματικές  λεπτομέρειες είχαν μπερδευτεί στο μυαλό μου με ένα σωρό άλλες φανταστικές».

Το μυθιστόρημα αποτελείται από τρεις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, οι οποίες διασταυρώνονται και ενμέρει καλύπτουν η μια την άλλη. Η πρώτη,όπου ο τριαντάχρονος Άγγελος περιγράφει μετά τον θάνατο του πατέρα του τη ζωή του τώρα, με συνεχείς αναδρομές στο πρόσφατο ή στο απώτερο παρελθόν, είναι η πιο διευρυμένη και κατά κάποιο τρόπο περιέχει τις υπόλοιπες. Στη δεύτερη, για να δώσει κάποια υπόσταση στον απόντα πατέρα, ο Ραπτόπουλος χρησιμοποιεί το συμβατικό εύρημα ενός παλιού τετραδίου όπου καταγράφονται –και μάλιστα με τον υποτιθέμενο γραφικό χαρακτήρα του– οι ερωτικές συναντήσεις του με τη μοιραία και ως το τέλος μυστηριώδη θεία Τίνα. Στην τρίτη, τέλος, αφηγείται ο ΄Αγγελος, ως ενδεκάχρονο παιδί, τα περιστατικά της εμβληματικής εκείνης ημέρας όπου μετά από έναν παρατεταμένο καυγά με τη μητέρα, ο πατέρας εγκατέλειψε το οικογενειακό διαμέρισμα της Κυψέλης προκαλώντας, με κατ’ επίφαση ευτράπελα επακόλουθα, όχι μόνο την απελπισμένη οργή του αγοριού αλλά και τη μακροχρόνια και σοβαρότερη σε ψυχολογικές επιπτώσεις έκλειψη του ανδρικού προτύπου από τον κόσμο του. Πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι αυτή η τρίτη αφήγηση, του μικρού ας πούμε Άγγελου, αν και μερικού ενδιαφέροντος περιέχει εν σπέρματι τις αιτίες της δυσαρμονίας του με το κοινωνικό περιβάλλον, όπως και τις αιτίες της άρνησής του να δει ορισμένες αλήθειες στον κατοπινό του δεσμό με την Στέλλα. «Η εγκατάλειψή μου από τον Μπαμπά με είχε κάνει αισθηματία, ένα είδος δειλού εραστή», γράφει εν είδει μονολόγου. «Στα ζητήματα της καρδιάς φερόμουν ανέκαθεν κάπως φοβισμένα, σαν να έτρεμα στο βάθος τον ίδιο μου τον εαυτό. Λες και υπήρχε πιθανότης να σκιστούν τα ρούχα μου και να ξεπροβάλει από μέσα –καλή ώρα όπως συνέβαινε με τον Σούπερμαν– ένας άλλος Άγγελος, πιστό αντίγραφο του Μπαμπά» (σ. 71).

«Μια ζωή», λοιπόν, «στα ίχνη του Μπαμπά» (σ. 85).΄Ισως λόγω του ότι εκείνος απουσιάζει, αυτή η νοσηρή σε ορισμένα σημεία ταύτιση με ένα πρότυπο περισσότερο φανταστικό παρά πραγματικό, να εσωστρέφει και να κάνει αδιέξοδη την ανάγκη της σύγκρουσης μεταξύ γιου και πατέρα, μια σύγκρουση που διαφορετικά θα ήταν απολύτως εύλογη και λυτρωτική.΄Ομως, από την άλλη μεριά, δεν είναι η πρώτη φορά που έχει κομβική σημασία στις ιστορίες του Ραπτόπουλου η αργή και μέσα από πολλές δοκιμασίες ωρίμανση των προσώπων του. Από τα πρώτα πρώτα πεζά του, αυτά που πρόσφατα (2003) συστέγασε κάτω από τον γενικό τίτλο Η γενιά μου, εμφανίζεται ο τύπος του εφήβου που έχει έντονα προβληματικές σχέσεις με όσους και όσα είναι γύρω του, προσπαθώντας  να βάλει μια δική του τάξη στον ακατανόητο, χαώδη και μη αυθεντικό κόσμο που εκτείνεται πέρα από αυτόν. Παρά το ότι η ηλικία διαφέρει, την ίδια προβληματική σχέση, η οποία εγκυμονεί και ακραία πολλές φορές αποτελέσματα, συναντούμε και σε μεταγενέστερα μυθιστορηματικά πρόσωπα του Ραπτόπουλου, όπως στον Εργένη, στις ΄Εμμονες Ιδέες, στο Παιχνίδι. Έτσι ώστε να μπορούμε πια να πούμε ότι και ο ΄Αγγελος Γεωργιάδης του Χάσαμε τον Μπαμπά, μάλλον προστίθεται σε έναν κύκλο ομοειδών από τυπολογική άποψη χαρακτήρων. Η ίδια αρχική ανωριμότητα,η οποία δεν έχει να κάνει τόσο με τον νου και την εξυπνάδα του όσο με τη συναισθηματική του κατάσταση που όντως είναι ιδιαίτερα μπερδεμένη. Μια κατάσταση που αποδίδεται πολύ καίρια με την ανάπλαση του φανταστικού, του αφημένου στο έρημο διαμέρισμα της Κυψέλης ενδεκάχρονου Άγγελου, από τον ήδη τριαντάχρονο επίδοξο συγγραφέα Άγγελο: «Απαντ[ούσα] στο χάος που με περιέβαλλε και στο χάος που απλωνόταν μέσα μου με ακόμη πιο πολύ χάος» (σ. 59).

Αυτή τη «βουτιά» στο παρελθόν, στα κρίσιμα παιδικά του χρόνια, ο Άγγελος την κάνει διαβάζοντας τη χειρόγραφη διήγηση του πατέρα του. Προσπαθεί να καταλάβει κάποια πράγματα για την ίδια του τη ζωή, και από την πλευρά αυτή το ημιτελές πατρικό αφήγημα, γραμμένο σαν εξομολόγηση και απευθυνόμενο σε κάποιον ανώνυμο αναγνώστη, είναι μια μορφή μεταβιβάσιμης «αυτοσχέδιας ψυχοθεραπείας», αφού μάλιστα ο γιός με έναυσμα το ίδιο κείμενο κατορθώνει να ανοίξει τις καταπακτές της μνήμης και να «συναισθανθεί», όπως χαρακτηριστικά λέει, τα πρώιμα τραυματικά του βιώματα. Έτσι, έχουμε, με αφορμή το τετράδιο, το γεγονός μιας έμμεσης ταύτισης γιου και πατέρα, αφού ο πρώτος θεωρεί ότι σημαντικά συμβάντα της ζωής του (η σχέση του με τη Στέλλα και η ασχολία του με το γράψιμο) επαναλαμβάνουν τις πατρικές ερωτικές ή δημιουργικές  εμπειρίες (η σκοτεινή σχέση με τη θεία Τίνα και τα μάλλον φαιδρά ποιητικά σχεδιάσματα που εκλαμβάνονται από τον γιο ως υψηλά λυρικά επιτεύγματα). Εξάλλου, οι  πολλαπλές ταυτίσεις μας προαναγγέλλονται από την αρχή ακόμα (σ. 13) του βιβλίου, με αφορμή ένα «σημαδιακό και μοιραίο» ενύπνιο του ΄Αγγελου: «Δεν ήταν καθόλου παράξενο που στο όνειρο τις ταύτισε [τη θεία Τίνα και τη Στέλλα] το υποσυνείδητό μου […] Το ότι ξελογιάστηκε από τη θεία Τίνα ο Μπαμπάς, εξηγεί ίσως για ποιο λόγο επέλεξα τη Στέλλα ως ερωτική σύντροφο»! Έπειτα, για να συνεχίσουμε τις ενδιαφέρουσες αυτές και οπωσδήποτε εσκεμμένες συγκλίσεις του Ραπτόπουλου, έχουμε κυριολεκτικά και μεταφορικά δυο «καταδύσεις» προς τα ένδον. Στο τετράδιο παρακολουθούμε με κάθε εξαντλητική λεπτομέρεια την αφήγηση της καθόδου του πατέρα και της Τίνας στο μικρό υπόγειο διαμέρισμα, που μοιάζει εντυπωσιακά με κατάβαση στα ερεβώδη ψυχικά πεδία. Και συνάμα με αυτή την κάθοδο, ή μάλλον λόγω αυτής, βλέπουμε να εκτυλίσσεται μια δεύτερη σχηματική κατάβαση, του Άγγελου τη φορά αυτή, ο οποίος πραγματοποιώντας την αυτοανάλυσή του πάνω στην αυτοανάλυση του Μπαμπά, προσπαθεί να ανασύρει από τα βάθη του δικού του υποσυνείδητου τα όσα τραυματικά τον σφράγισαν κάποτε και τον συνοδεύουν έκτοτε.

Όλα αυτά γραμμένα με το απαράμιλλο κράμα παιδικής αφέλειας και υπομανιακής λεπτολογίας που χαρακτηρίζει την αφηγηματική τέχνη και τη γλώσσα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, εδώ και αρκετά χρόνια. Για έναν αναγνώστη που τον έχει παρακολουθήσει, έστω και με κάποια κενά, είναι περίπου αυτονόητες ορισμένες επισημάνσεις που αφορούν και στο Χάσαμε τον Μπαμπά. Πρώτα πρώτα, η παρωδία. Λίγο να προσέξουμε και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο αυτού του μελοδράματος, τα πρόσωπα όσο και οι καταστάσεις τους παρωδούνται με μια τρυφερή αλλά και σπιρτόζικη ειρωνία. Ο ίδιος ο ΄Αγγελος, η μητέρα του, η Στέλλα, τα παιδιά της, ο άντρας της, οι ένοικοι της πολυκατοικίας της Κυψέλης, η ΄Ολγα. Όλοι και όλα κατά κάποιο τρόπο είναι μπλεγμένα στα γρανάζια των συμβάσεων και συνθλίβονται εκεί μέσα. Και την ίδια ακριβώς κυκλική φορά ακολουθεί ο χρόνος της μυθιστορηματικής τους ζωής. Σε σημείο που τα πάντα να ανακατεύονται, έτσι ώστε η κάθε αφετηρία ή η κάθε κλειδαριά που ανοίγει, να είναι ένα τέλος και το κάθε τέλος ή το κάθε άνοιγμα μια άλλη αρχή. Γι’ αυτό και ο θάνατος του πατέρα τελικά μοιάζει να γεφυρώνει το προηγούμενο χάσμα και να ανοίγει στον ΄Αγγελο το δρόμο της όποιας αυτογνωσίας του.

Επιπλέον, ας έχουμε κατά νου πως τα πρόσωπα του Χάσαμε τον Μπαμπά δεν έχουν την αυτονομία των ανεξάρτητων χαρακτήρων· δεν ξεχωρίζουν από αυτό που λένε ή από το πως το λένε. Δεν αναφέρομαι μόνο στο ότι η «αυθόρμητη πρόζα» χρησιμοποιείται ως αφηγηματικός τρόπος ανεξαρτήτως προσώπου και χρόνου. Αναφέρομαι κυρίως στο ότι υπάρχει μια εμφανής γενική γραμμή που ομογενοποιεί όλες τις «επιμέρους» αφηγήσεις, με το να εστιάζεται στις επουσιώδεις λεπτομέρειες, να σκαλώνει, να επιστρέφει για να ξαναπιάσει το νήμα που είχε αφήσει· να βραδυπορεί εσκεμμένα. Κάποτε μάλιστα να φλυαρεί, γιατί πράγματι δεν μας αρκεί το ψυχοθεραπευτικό άλλοθι για να παραδοθούμε πειθήνια στις αναρίθμητες παρεκβάσεις της πατρικής καθόδου στον ερωτικό Άδη. Σε ορισμένες όμως ενότητες αυτής της ελεγείας προς τον απόντα ∕ παρόντα πατέρα, η τεχνική κατορθώνει να σε αρπάξει και να σε  καθηλώσει – λόγου χάριν, στα κομμάτια όπου ακολουθούμε τον μικρό Άγγελο κατά τη διάρκεια της μακριάς ημέρας του χωρισμού των γονιών του. Εκεί ειδικά ο Ραπτόπουλος συνδυάζει με δαιμονιώδη επινοητικότητα και κατακτημένη μαστοριά τη φιλμικά διεισδυτική ματιά και τη διογκωμένη φαντασίωση ενός παιδιού που είναι σε μεγάλη ψυχική ένταση και έξαρση.

«Η Αυγή της Κυριακής», 22 Μαΐου 2005

✒                                        

Αρέσει σε %d bloggers: